Ρίτσαρντ Μπάχ – Ὁ Γλάρος Ἰωνάθαν

Το video είναι βασισμένο στο βιβλίο του Richard Bach, «Ο γλάρος Ιωνάθαν Λίβινγκστον», με την μουσική του Neil Diamond.
Ὅλοι ὅσοι λατρεύουν τὴν Ἐλευθερία… ὅσοι προχωροῦν μὲ πέταγμα ὅταν ξέρουν πὼς ἔχουν δίκιο… Ὅσοι χαίρονται νὰ κάνουν κάτι καλὰ (ἀκόμη κι ἂν εἶναι μόνο γιὰ τὸν ἑαυτό τους)… Ὅσοι ξέρουν πὼς ὑπάρχουν κι ἄλλα πράγματα στὸν κόσμο ἐκτὸς ἀπ᾿ αὐτὰ ποὺ φαίνονται: Ὅλοι αὐτοὶ θὰ πετοῦν πάντα μαζὶ μὲ τὸν γλάρο Ἰωνάθαν. Ἄλλοι πάλι, θὰ ξεφύγουν γιὰ λίγο σὲ μιὰ ὑπέροχη περιπέτεια, γεμάτη ὕψος κι ἐλευθερία. Εἴτε ἔτσι, εἴτε ἀλλοιῶς, εἶναι μιὰ σπάνια ἐμπειρία.

Ὁ Ἰωνάθαν πετοῦσε ἀργὰ σὲ κύκλους πάνω ἀπ᾿ τοὺς Πέρα Βράχους, παρακολουθώντας. Αὐτὸς ὁ κάπως ζόρικος νέος, ὁ Φλέτσερ Γλάρος, ἦταν ἕνας σχεδὸν τέλειος ἱπτάμενος μαθητής. Ἦταν δυνατὸς καὶ λαφρὺς καὶ γρήγορος στὸν ἀέρα, εἶχε ὅμως καὶ κάτι πολὺ πιὸ σημαντικό: τὴν φλογερὴ διάθεση νὰ μάθει νὰ πετάει.

Τούτη τὴ στιγμὴ κατέφθανε ἕνα ἀπροσδιόριστο σταχτὶ σχῆμα πού ῾βγαινε βουίζοντας ἀπὸ μιὰ κατάδυση, καὶ προσπερνοῦσε σὰν ἀστραπὴ τὸν ἐκπαιδευτή του μὲ ταχύτητα ἑκατὸν πενήντα μίλια τὴν ὥρα. Ἔστριψε ἀπότομα πρὸς τὰ πάνω δοκιμάζοντας ἄλλη μιὰ φορὰ τὴν ἀνοδικὴ πτήση μὲ δεκαέξη ἀργὲς περιστροφές, φωνάζοντας τοὺς ἀριθμοὺς δυνατά:
«.. . ὀκτώ.. . ἐννέα… δέκα… κοίτα Ἰωνάθαν χάνω ταχύτητα… ἕντεκα… θέλω ἕνα καλὸ ἀπότομο σταμάτημα σὰν τὸ δικό σου… δώδεκα… νὰ πάρει ἡ ὀργὴ δὲν τὰ καταφέρνω… δεκατρία… αὐτοὶ οἱ τρεῖς τελευταῖοι πόντοι… δίχως… δεκατὲσσερ… ἄαχ!».
Ἡ στροφὴ τοῦ Φλέτσερ δίχως ταχύτητα, στὴν κορφή, γινόταν ἀκόμα χειρότερη ἀπ᾿ τὸ θυμό του καὶ τὴ μανία του γιὰ τὴν ἀποτυχία. Ἔπεσε πισώπλατα, κουτρουβάλησε, τσακίστηκε ἄγρια σὲ μίαν ἀνάποδη περιστροφὴ καὶ ξαναβρῆκε τὸν ἑαυτό του λαχανιασμένος, ἑκατὸ πόδια πιὸ χαμηλὰ ἀπ᾿ τὴ θέση τοῦ ἐκπαιδευτή του.
«Χάνεις τὸν καιρό σου μαζί μου, Ἰωνάθαν. Εἶμαι χαζός! Εἶμαι βλάκας! Δοκιμάζω καὶ ξαναδοκιμάζω, ἀλλὰ δὲν θὰ τὰ καταφέρω ποτέ!».
Ὁ Ἰωνάθαν Γλάρος τὸν κοίταξε ἀπὸ ψηλὰ καὶ κούνησε τὸ κεφάλι του. «Νά ῾σαι βέβαιος! Δὲ θὰ τὰ καταφέρεις ποτὲ ὅταν κόβεις τόσο ἀπότομα. Ἔχασες σαράντα μίλια στὸ ξεκίνημα, Φλέτς! Πρέπει νὰ πηγαίνεις μαλακά! Σταθερὰ ἀλλὰ μαλακά, μὴ τὸ ξεχνᾷς!».
Ἀφέθηκε νὰ πέσει στὸ ὕψος τοῦ νεώτερου γλάρου. «Ἂς τὸ δοκιμάσουμε τώρα μαζί, σὲ σχηματισμό. Καὶ πρόσεξε τὴ στροφὴ πρὸς τὰ πάνω. Νὰ τὴν ἀρχίσεις μαλακά, μὲ ἄνεση». Σὲ τρεῖς μῆνες ὁ Ἰωνάθαν εἶχε ἄλλους ἕξη μαθητές. Ὅλοι τους Ἀπόβλητοι, ἀλλὰ καὶ γεμάτοι περιέργεια γι᾿ αὐτὴν τὴν παράξενη καινούργια ἰδέα: ἡ πτήση γιὰ τὴ χαρὰ τῆς πτήσης.
Κι ὡστόσο, τοὺς ἦταν πιὸ εὔκολο νὰ ἀσκοῦνται σὲ δύσκολες ἐπιδόσεις παρὰ νὰ καταλαβαίνουν τὸ σκοπὸ ποὺ κρυβόταν πίσω ἀπὸ τὸ πέταγμα. «Ὁ καθένας μας εἶναι, στ᾿ ἀλήθεια, μιὰ ἰδέα τοῦ Μεγάλου Γλάρου, μιὰ ἀπεριόριστη ἰδέα λευτεριᾶς», τοὺς ἔλεγε ὁ Ἰωνάθαν, τ᾿ ἀπογεύματα στὴν παραλία «καὶ ἡ πτήση μὲ ἀπόλυτη ἀκρίβεια εἶναι ἕνα βῆμα γιὰ νὰ πλησιάσουμε τὴν ἔκφραση τῆς πραγματικῆς μας φύσης. Κάθε τί ποὺ μᾶς περιορίζει πρέπει νὰ τὸ ἀποβάλουμε. Κι᾿ αὐτὸς εἶναι ὁ λόγος γιὰ τὸν ὁποῖο οἱ ἀσκήσεις σὲ μεγάλη ταχύτητα, σὲ μικρὴ ταχύτητα, καὶ οἱ ἀκροβασίες…».
… Καὶ τοὺς μαθητές του τοὺς ἔπαιρνε ὁ ὕπνος, ἀποκαμωμένοι καθὼς ἦταν ἀπ᾿ τὶς πτήσεις τῆς μέρας. Ἀγαποῦσαν τὴν ἄσκηση, γιατί εἶχε ταχύτητα καὶ ἀγωνία καὶ γιατί ἔτρεφε τὴν πεῖνα τους γιὰ μάθηση ποὺ φούντωνε στὸ κάθε μάθημα. Οὔτε ἕνας ὅμως, οὔτε κἂν ὁ Φλέτσερ Λὺντ Γλάρος, δὲν ἔφτασε στὸ σημεῖο νὰ πιστέψει πὼς τὸ πέταγμα μὲ τὶς ἰδέες μποροῦσε νὰ εἶναι τόσο πραγματικὸ ὅσο τὸ πέταγμα μὲ τὰ φτερὰ καὶ μὲ τὸν ἄνεμο.
«Ὅλο σας τὸ σῶμα, ἀπὸ τὴν ἄκρη τῆς μιᾶς φτερούγας σας στὴν ἄλλη», τοὺς ἔλεγε ἄλλοτε πάλι ὁ Ἰωνάθαν, «δὲν εἶναι παρὰ ἡ ἴδια σας ἡ σκέψη, σ᾿ ἕνα σχῆμα ποὺ σᾶς εἶναι ὁρατό. Σπάστε τὰ δεσμὰ τῆς σκέψης σας, καὶ τότε, ταυτόχρονα, θὰ σπάσετε τὰ δεσμὰ τοῦ σώματος σας…». Ὅπως ὅμως κι᾿ ἂν τό ῾λεγε, ἀκουγόταν πάντα σὰν κάτι εὐχάριστα φανταστικό, καὶ τοὺς χρειάζονταν κι᾿ ἄλλα τέτοια γιὰ ν᾿ ἀποκοιμηθοῦν.

Ἕνα μῆνα μόλις ἀργότερα ὁ Ἰωνάθαν εἶπε πὼς εἶχε ἔρθει ἡ στιγμὴ νὰ γυρίσουν στὸ Σμῆνος.

«Δὲν εἴμαστε ἕτοιμοι!» εἶπε ὁ Ἐρρίκος Καλβῖνος Γλάρος. Καὶ δὲν θὰ μᾶς δεχτοῦν! Εἴμαστε Ἀπόβλητοι! Δὲν μποροῦμε νὰ πᾶμε μὲ τὸ ζόρι σ᾿ ἕναν τόπο ὅπου δὲ μᾶς θέλουν, δὲ γίνεται!».
«Εἴμαστε λεύτεροι νὰ πᾶμε ὅπου μᾶς ἀρέσει καὶ νὰ μείνουμε αὐτὸ ποὺ εἴμαστε», ἀπάντησε ὁ Ἰωνάθαν κι᾿ ἀνασηκώθηκε ἀπ᾿ τὴν ἄμμο καὶ στράφηκε ἀνατολικά, πρὸς τὴν πατρικὴ γῆ τοῦ Σμήνους.
Οἱ μαθητὲς στάθηκαν γιὰ λίγο τρομαγμένοι, γιατί ὁ Νόμος τοῦ Σμήνους ὁρίζει πὼς ἕνας Ἀπόβλητος ποτὲ δὲν ἐπιστρέφει. Κι᾿ ὁ Νόμος δὲν παραβιάστηκε οὔτε μιὰ φορὰ σὲ δέκα χιλιάδες χρόνια. Ὁ Νόμος ἔλεγε μεῖνε· ὁ Ἰωνάθαν ἔλεγε πήγαινε· κι᾿ εἶχε κιόλας διασχίσει ἕνα μίλι θάλασσα. Ἂν περίμεναν κι᾿ ἄλλο, θὰ ‘φτανε στὸ ἐχθρικὸ Σμῆνος μόνος του.
«Ἀκοῦστε, ἐμεῖς δὲ χρωστᾶμε ὑπακοὴ στὸ Νόμο ἀφοῦ δὲν εἴμαστε πιὰ μέλῃ τοῦ Σμήνους. Ἔτσι δὲν εἶναι;», εἶπε ὁ Φλέτσερ κάπως ἄτολμα. «Κι᾿ ἔπειτα, ἂν γίνει καυγάς, θά ῾μαστε πολὺ πιὸ χρήσιμοι ἐκεῖ παρὰ ἐδῶ».
Κι᾿ ἔτσι πλησίασαν πετώντας ἀπ᾿ τὰ δυτικὰ κεῖνο τὸ πρωινό, οἱ ὀκτὼ σ᾿ ἕνα διπλὸ πρισματικὸ σχηματισμό, μὲ τὶς ἄκρες ἀπ᾿ τὶς φτεροῦγες τους σχεδὸν ν᾿ ἀγγίζουν. Ἔφτασαν πάνω ἀπ᾿ τὴν Ἀκτὴ τοῦ Συμβουλίου τοῦ Σμήνους μὲ ταχύτατα ἑκατὸν τριάντα πέντε μίλια τὴν ὥρα, μὲ τὸν Ἰωνάθαν ἐπικεφαλῆς, τὸν Φλέτσερ νὰ πετάει ἤρεμα στὸ δεξί του φτερό, καὶ τὸν Ἐρρῖκο Καλβῖνο ν ἀγωνίζεται θαρραλέα ἀριστερά του. Ὕστερα ὅλος ὁ σχηματισμὸςἔγειρε ἀργὰ δεξιὰ καθὼς τὸ κάθε πουλὶ ἔκανε ἀνάποδη στροφὴ γιὰ νὰ βρεθοῦν ξανὰ στὸ ἴδιο ὕψος κι᾿ ὁ ἀέρας χτυποῦσε ἀπάνω τους σκληρά.
Οἱ στριγγλιὲς καὶ οἱ κρωγμοὶ τῆς καθημερινῆς ζωῆς στὸ Σμῆνος κόπηκαν ξαφνικά, θαρρεῖς πὼς ὁ σχηματισμὸς ἦταν ἕνα τεράστιο μαχαῖρι, κι᾿ ὀχτὼ χιλιάδες μάτια γλάρων κοίταζαν προσηλωμένα. Τὸ καθένα ἀπ᾿ τὰ ὀκτὼ πουλιά, μὲ τὴ σειρά του στράφηκε ἀπότομα πρὸς τὰ πάνω σὲ ἀκροβατικὴ περιστροφὴ κι ἔκανε ὁλόκληρη βόλτα γιὰ νὰ καταλήξει σχεδὸν ἀκίνητο καὶ νὰ σταθεῖ πάνω στὴν ἄμμο.
Ὕστερα, λὲς κι αὐτὸ συνέβαινε κάθε μέρα, ὁ Ἰωνάθαν Γλάρος ἄρχισε τὴν κριτική του γιὰ τὴν πτήση.
«Πρῶτ᾿ ἀπ᾿ ὅλα», εἶπε μ᾿ ἕνα δυσαρεστημένο χαμόγελο, «ἀργήσατε ὅλοι κάπως νὰ πάρετε τὴ θέση σας στὸ σχηματισμό…»
Κάτι σὰν ἀστραπὴ διαπέρασε τὸ Σμῆνος. Οἱ γλάροι αὐτοὶ εἶναι Ἀπόβλητοι! Καὶ ξαναγύρισαν!
Κι᾿ αὐτὸ δὲν μπορεῖ νὰ συμβεῖ! Οἱ προβλέψεις τοῦ Φλέτσερ γιὰ μάχη διαλύθηκαν μέσα στὴ σύγχυση τοῦ Σμήνους.
«Ναί, φυσικά, ἔχεις δίκιο, εἶναι Ἀπόβλητοι», εἶπε ἕνας ἀπ᾿ τοὺς νεώτερους γλάρους, «ὅμως, τί ῾ναι τοῦτο φίλε; Ποῦ μάθανε νὰ πετοῦν ἔτσι;».
Χρειάστηκε σχεδὸν μιὰ ὥρα γιὰ νὰ περάσει ἡ Ἐντολὴ τοῦ Γέροντα σ᾿ ὅλο τὸ Σμῆνος: Ἀγνοεῖστε τους. Ὁ γλάρος ποὺ μιλάει σ᾿ ἕναν Ἀπόβλητο εἶναι κι᾿ αὐτὸς Ἀπόβλητος. Ὁ γλάρος ποὺ κοιτάζει ἕναν Ἀπόβλητο, παραβαίνει τὸ Νόμο τοῦ Σμήνους.
Πλάτες μὲ σταχτιὰ φτερὰ στράφηκαν ἀπὸ κείνη τὴ στιγμὴ ἀπέναντι στὸν Ἰωνάθαν, ἐκεῖνος ὅμως δὲ φάνηκε νὰ τὸ πρόσεξε. Πραγματοποίησε τὶς ἀσκήσεις του ἀκριβῶς πάνω ἀπ᾿ τὴν Ἀκτὴ τοῦ Συμβουλίου καὶ γιὰ πρώτη φορὰ ἄρχισε νὰ πιέζει τοὺς μαθητές του ὡς τὰ ὅρια τῆς ἱκανότητάς τους.
«Μάρτιν Γλάρε!», φώναξε στὴν ἄλλη ἄκρη τ᾿ οὐρανοῦ. «Λὲς πὼς ξέρεις νὰ πετᾶς μὲ χαμηλὴ ταχύτητα. Δὲν ξέρεις τίποτα ἂν δὲν τὸ ἀποδείξεις! ΠΕΤΑ!».
Κι᾿ ἔτσι ὁ μικρὸς Μάρτιν Γουίλλιαμ Γλάρος, καθὼς βρέθηκε ἀπρόσμενα κάτω ἀπὸ τὰ πυρὰ τοῦ ἐκπαιδευτῆ του, ξεπέρασε, ἔκπληκτος τὸν ἑαυτό του κι᾿ ἔγινε ἄσσος στὶς πτήσεις μὲ μικρὴ ταχύτητα. Μὲ τὸ πιὸ ἁπαλὸ ἀγέρι μποροῦσε νὰ κυρτώνει τὰ φτερά του γιὰ ν᾿ ἀνασηκωθεῖ, δίχως τὸ παραμικρὸ φτερούγισμα, ἀπ᾿ τὴν ἄμμο ὡς τὰ σύννεφα καὶ πίσω πάλι.
Μὲ τὸν ἴδιο τρόπο ὁ Τσάρλς Ρόλαντ Γλάρος πέταξε ὡς τὸν Ἀέρα τοῦ Μεγάλου Βουνοῦ σὲ ὕψος εἴκοσι τέσσερεις χιλιάδες πόδια, κατέβηκε γαλάζιος ἀπ᾿ τὴν παγερὴ ἀραιὴ ἀτμόσφαιρα, ἔκπληκτος κι᾿ εὐτυχισμένος, ἀποφασισμένος νὰ πετάξει ἀκόμα πιὸ ψηλὰ τὴν ἐπαύριο.
Ὁ Φλέτσερ Γλάρος, ποὺ ἄγαπουσε τὶς ἀκροβασίες ὅσο κανένας ἄλλος, πέτυχε ἐπιτέλους τὴν ἀνοδική του πτήση μὲ δεκαέξη ἀργὲς περιστροφὲς καὶ τὴν ἑπομένη ὁλοκλήρωσε τὴν ἐπίδοσή του μὲ τρεῖς τοῦμπες μὲ τὰ φτερά του ν᾿ ἀστράφτουν κάτασπρες ἡλιαχτίδες πάνω σὲ μίαν ἀμμουδιὰ ὅπου κάμποσα μάτια τὸν κοίταζαν στὰ κλεφτά.
Κάθε ὥρα καὶ στιγμὴ ὁ Ἰωνάθαν ἦταν ἐκεῖ στὸ πλευρὸ τοῦ κάθε μαθητῆ, γιὰ νὰ τοῦ δείξει, γιὰ νὰ τὸν συμβουλέψει, πιέζοντάς τον περισσότερο, καθοδηγώντας τον. Πετοῦσε μαζί τους διασχίζοντας τὴ νύχτα, τὰ σύννεφα καὶ τὴ θύελλα, καὶ τὸ χαιρόταν, ἐνῶ τὸ Σμῆνος κούρνιαζε στριμωγμένο μίζερα στὴ γῆ.
Ὅταν τέλειωναν τὶς πτήσεις τους οἱ μαθητὲς ξεκουράζονταν στὴν ἄμμο καὶ ταυτόχρονα ἄκουγαν πιὸ προσεχτικὰ τὸν Ἰωνάθαν. Εἶχε κάτι παλαβὲς ἰδέες ποὺ δὲν μποροῦσαν νὰ τὶς καταλάβουν, ἀλλὰ εἶχε κι᾿ ἄλλες σωστὲς ποὺ τὶς καταλάβαιναν.
Σιγὰ-σιγά, μέσα στὴ νύχτα, ἕνας ἄλλος κύκλος σχηματίστηκε γύρω ἀπ᾿ τὸν κύκλο τῶν μαθητῶν — ἕνας κύκλος ἀπὸ περίεργους γλάρους ποὺ ἄκουγαν γιὰ ὦρες στὸ σκοτάδι, μὲ τὴν ἐλπίδα πὼς δὲ θὰ ἔβλεπαν κανένα καὶ δὲ θὰ τοὺς ἔβλεπε κανεὶς καὶ χάνονταν πρὶν ξημερώσει.
Ἕνα μῆνα μετὰ τὴν ἐπιστροφὴ ὁ πρῶτος γλάρος τοῦ Σμήνους πέρασε τὴ διαχωριστικὴ γραμμὴ καὶ ζήτησε νὰ μάθει νὰ πετάει. Μ᾿ αὐτή του τὴν ἐνέργεια ὁ Τέρενς Λόουελ Γλάρος ἔγινε πουλὶ καταδικασμένο, ὀνομάστηκε Ἀπόβλητος· κι᾿ ἔγινε ὁ ὄγδοος μαθητὴς τοῦ Ἰωνάθαν.
Τὴν ἑπομένη νύχτα ἔφτασε ἀπὸ τὸ Σμῆνος ὁ Κὲρκ Μάϋναρτ Γλάρος, περπατώντας μπατάλικα στὴν ἄμμο, σέρνοντας τὸ ἀριστερό του φτερό, κι ἔπεσε ἐξαντλημένος στὰ πόδια τοῦ Ἰωνάθαν. «Βοήθησέ με» εἶπε ἀχνά, μιλώντας ὅπως μιλοῦν οἱ ἑτοιμοθάνατοι. «Περισσότερο ἀπὸ κάθε τί ἄλλο στὸν κόσμο θέλω νὰ πετάω…».

«Ἔλα λοιπόν», εἶπε ὁ Ἰωνάθαν. Ἀνέβα μαζί μου μακριὰ ἀπ᾿ τὴ γῆ, καὶ θ᾿ ἀρχίσουμε».

«Μὰ δὲν καταλαβαίνεις. Τὸ φτερό μου. Δὲν μπορῶ νὰ κουνήσω τὸ φτερό μου».

«Μάϋναρτ Γλάρε, εἶσαι λεύτερος νὰ εἶσαι ὁ ἑαυτός σου, ὁ ἀληθινὸς ἐαυτός σου, ἐδῶ καὶ τώρα, καὶ τίποτα δὲν μπορεῖ νὰ σταθεῖ στὸ δρόμο σου. Εἶναι ὁ Νόμος τοῦ Μεγάλου Γλάρου, ὁ Νόμος ποὺ Εἶναι».

«Θέλεις νὰ πεῖς πὼς μπορῶ νὰ πετάξω;».

«Λέω πὼς εἶσαι λεύτερος».

Ἔτσι ἁπλὰ καὶ γρήγορα, ὁ Κὲρκ Μάϋναρτ Γλάρος ἄνοιξε τὰ φτερά του, δίχως κόπο, κι᾿ ἀνασηκώθηκε στὸ μαῦρο ἀέρα τῆς νύχτας. Τὸ Σμῆνος ξύπνησε ξαφνικὰ μὲ τὴ φωνή του, ὅσο πιὸ δυνατὰ μποροῦσε νὰ φωνάξει, ἀπὸ πεντακόσια πόδια ψηλά: «Μπορῶ νὰ πετάξω! Ἀκοῦστε! ΜΠΟΡΩ ΝΑ ΠΕΤΑΞΩ!». Τὰ ξημερώματα ὡς χίλια πουλιὰ στέκονταν ἔξω ἀπ᾿ τὸν κύκλο τῶν μαθητῶν, κοιτάζοντας περίεργα τὸ Μάϋναρτ. Δὲν τοὺς ἔνοιαζε ἂν θὰ τοὺς ἔβλεπαν ἢ ὄχι, κι᾿ ἄκουγαν, προσπαθώντας νὰ καταλάβουν τὸν Ἰωνάθαν Γλάρο.

Μιλοῦσε γιὰ πολὺ ἁπλὰ πράγματα — πὼς εἶναι σωστὸ γιὰ ἕνα γλάρο νὰ πετάει, πὼς ἡ λευτεριὰ εἶναι ἡ πραγματικὴ φύση τῆς ὕπαρξής του, πὼς ὅ,τι ἐναντιώνεται σ᾿ αὐτὴ τὴ λευτεριὰ πρέπει νὰ τὸ ἀπορρίπτει, κι᾿ ἂν ἀκόμα εἶναι κάθε μορφῆς τύπος, ἢ προκατάληψη ἢ περιορισμός.

«Νὰ τὸ ἀπορρίπτουμε», ἀκούστηκε μιὰ φωνὴ ἀπ᾿ τὸ πλῆθος, «ἀκόμα κι᾿ ἂν εἶναι ὁ Νόμος τοῦ Σμήνους;».

«Ὁ μόνος ἀληθινὸς νόμος εἶναι ὁ νόμος ποὺ ὁδηγεῖ στὴ λευτεριά», εἶπε ὁ Ἰωνάθαν. «Ἄλλος νόμος δὲν ὑπάρχει».

«Καὶ πῶς περιμένεις νὰ πετάξουμε ἐμεῖς ὅπως πετᾶς ἐσύ;», ἀκούστηκε μιὰ ἄλλη φωνή. «Ἐσὺ εἶσαι ξεχωριστὸς καὶ προικισμένος καὶ θεϊκός, πάνω ἀπὸ τ᾿ ἄλλα πουλιά».

«Κοίτα τὸν Φλέτσερ! τὸν Λόουελ! Τὸν Τσάρλς Ρόλαντ! τὸν Τζούντη Λῆ! Μήπως εἶναι κι᾿ αὐτοὶ ξεχωριστοὶ καὶ προικισμένοι καὶ θεϊκοί; Δὲν ἔχουν τίποτα περισσότερο ἀπὸ σᾶς, δὲν ἔχουν τίποτα περισσότερο ἀπὸ μένα. Ἡ μόνη διαφορά, ἡ μόνη βασική, διαφορά, εἶναι πὼς ἄρχισαν νὰ καταλαβαίνουν τί πραγματικὰ εἶναι, κι᾿ ἄρχισαν νὰ ἐξασκοῦνται σ᾿ αὐτό».

Οἱ μαθητές του, ἐκτὸς ἀπ᾿ τὸν Φλέτσερ, κουνήθηκαν ἀμήχανα. Δὲν εἶχαν ἀντιληφθεῖ πὼς αὐτὸ ἔκαναν ὡς τώρα.

Τὸ πλῆθος μεγάλωνε κάθε μέρα, ἐρχόταν νὰ ρωτήσει, νὰ λατρέψει, νὰ χλευάσει.

«Λένε στὸ Σμῆνος πὼς ἂν δὲν εἶσαι Γιὸς τοῦ ἴδιου τοῦ Μεγάλου Γλάρου», εἶπε ὁ Φλέτσερ ἕνα πρωὶ στὸν Ἰωνάθαν ὕστερ᾿ ἀπὸ τὶς ἀσκήσεις σὲ Ἀνώτατες Ταχύτητες, «τότε βρίσκεσαι χίλια χρόνια μπροστὰ ἀπ᾿ τὴν ἐποχή σου».

Ὁ Ἰωνάθαν ἀναστέναξε. Αὐτὸ εἶναι τὸ τίμημα τῆς παρανόησης, σκέφτηκε. Σὲ ἀποκαλοῦν διάβολο ἢ σὲ ἀποκαλοῦν θεό. «Ἐσὺ τί λές, Φλέτσερ; Βρισκόμαστε ἄραγε μπροστὰ ἀπ᾿ τὴν ἐποχή μας;».

Μακριὰ σιωπή. «Νὰ σοῦ πῶ, πτήσεις τέτοιου εἴδους ἦταν πάντοτε διαθέσιμες ἐδῶ γιὰ νὰ τὶς μάθει ὅποιος ἤθελε νὰ τὶς ἀνακαλύψει· αὐτὸ δὲν ἔχει σχέση μὲ τὴν ἐποχή μας. Ἴσως βρισκόμαστε πιὸ μπροστὰ ἀπ᾿ τὴ μόδα. Πιὸ μπροστὰ ἀπ᾿ τὸν τρόπο ποὺ πετοῦνε οἱ περισσότεροι γλάροι».

«Αὐτὸ εἶναι σημαντικό», εἶπε ὁ Ἰωνάθαν καὶ κύλησε γιὰ νὰ πετάξει γιὰ λίγο ἀνάποδα. «Αὐτὸ εἶναι πολὺ καλύτερο ἀπ᾿ τὸ νὰ βρισκόμαστε μπροστὰ ἀπ᾿ τὴν ἐποχή μας».

Συνέβηκε μιὰ βδομάδα μόλις ἀργότερα. Ὁ Φλέτσερ δίδασκε τὰ βασικὰ στοιχεῖα τῆς πτήσης μὲ μεγάλη ταχύτητα σὲ μιὰ τάξη ἀπὸ νέους μαθητές. Ἄρχιζε μόλις τὴν ἀνάδυση μιᾶς κάθετης πτήσης ἀπὸ ἑφτὰ χιλιάδες πόδια — μιὰ μακριὰ σταχτιὰ γραμμὴ σὰ βολίδα, λίγους πόντους πάνω ἀπ᾿ τὴν ἀμμουδιὰ — ὅταν ἕνα νεαρὸ πουλὶ στὴν πρώτη του δοκιμὴ γλίστρησε στὴν τροχιά του καλώντας τὴ μητέρα του. Μὲ μόλις ἕνα δέκατο τοῦ δευτερολέπτου στὴ διάθεσή του γιὰ ν᾿ ἀποφύγει τὸ νεαρό, ὁ Φλέτσερ Λὺντ Γλάρος ἔκανε μιὰ κίνηση ἀριστερά, μὲ ταχύτητα πάνω ἀπὸ διακόσια μίλια τὴν ὥρα, κι᾿ ἔπεσε πάνω σ᾿ ἕνα πελώριο γρανιτένιο βράχο.

Εἶχε τὴν αἴσθηση πὼς ὁ βράχος ἦταν μία τεράσπα σκληρὴ πόρτα ποὺ ὁδηγοῦσε σ᾿ ἕναν ἄλλο κόσμο. Ἕνα ξέσπασμα φόβου καὶ ζαλάδας καὶ μαυρίλας, κι᾿ ὕστερα βρέθηκε ἀκυβέρνητος σ᾿ ἕνα παράξενο, πολὺ παράξενο οὐρανό, μιὰ νὰ ξεχνάει, μιὰ νὰ θυμᾶται, καὶ πάλι νὰ ξεχνάει· φοβισμένος καὶ μελαγχολικὸς καὶ λυπημένος… τρομερὰ λυπημένος.

Ἡ φωνὴ τὸν πλησίασε ὅπως τὴν πρώτη μέρα ποὺ συνάντησε τὸν Ἰωνάθαν Λίβινγκστον Γλάρο.

«Τὸ κόλπο, Φλέτσερ, εἶναι νὰ προσπαθοῦμε νὰ ξεπεράσουμε τοὺς περιορισμούς μας μὲ τὴ σειρά, ὑπομονετικά. Ἡ πτήση μέσα ἀπ᾿ τὸ βράχο εἶναι κάτι ποὺ τὸ ἀντιμετωπίζουμε λίγο ἀργότερα στὸ πρόγραμμά μας».

«Ἰωνάθαν!».

«Γνωστὸς καὶ ὡς Γιὸς τοῦ Μεγάλου Γλάρου», ὁ ἐκπαιδευτής τοῦ εἶπε ξερά.

«Ματὶ κάνεις ἐδῶ; Τὰ βράχια! Δὲν εἶμαι… δέν… πέθανα».

« Ὢ! Φλέτς, ἔλα τώρα. Σκέψου. Ἂν μοῦ μιλᾷς αὐτὴ τὴ στιγμή, τότε εἶναι φανερὸ πὼς δὲν πέθανες· ἔτσι δὲν εἶναι; Αὐτὸ ποὺ κατόρθωσες νὰ κάνεις ἦταν ν᾿ ἀλλάξεις κάπως ἀπότομα τὸ ἐπίπεδο τῆς συνείδησής σου. Τώρα θὰ διαλέξεις ἐσύ. Μπορεῖς νὰ παραμείνεις ἐδῶ καὶ νὰ μάθεις σ᾿ αὐτὸ τὸ ἐπίπεδο – ποὺ εἶναι ἀρκετὰ ψηλότερο, ἐδῶ ποὺ τὰ λέμε, ἀπ᾿ τὸ ἐπίπεδο ποὺ ἄφησες – ἢ μπορεῖς νὰ γυρίσεις πίσω καὶ νὰ ἐξακολουθήσεις νὰ δουλεύεις μὲ τὸ Σμῆνος. Οἱ Γέροντες ἔλπιζαν πὼς θὰ συνέβαινε κάποια καταστροφὴ καὶ ξαφνιάστηκαν ποὺ τοὺς ἐξυπηρέτησες τόσο εὔκολα».

«Θέλω νὰ γυρίσω πίσω στὸ Σμῆνος, φυσικά. Μόλις ἄρχισα μὲ τὴν καινούργια ὁμάδα!».

«Πολὺ καλά, Φλέτσερ. Θυμᾶσαι τί λέγαμε γιὰ τὸ σῶμα μας, ποὺ δὲν εἶναι παρὰ ἡ ἴδια ἡ σκέψη…;».

Ὁ Φλέτσερ τίναξε τὸ κεφάλι του κι᾿ ἅπλωσε τὰ φτερά του κι᾿ ἄνοιξε τὰ μάτια του ἐκεῖ στὴ βάση τοῦ βράχου, καταμεσῆς σ᾿ ὅλο τὸ συγκεντρωμένο Σμῆνος. Ἀκούστηκε μία μεγάλη χλαλοὴ ἀπὸ κρωγμοὺς καὶ στριγγλιὲς τοῦ πλήθους μόλις κουνήθηκε.

«Εἶναι ζωντανός! Αὐτὸς ποὺ ἦταν νεκρὸς ζεῖ!»

«Τὸν ἄγγιξε μὲ τὴν ἄκρη τῆς φτερούγας του! Τὸν ἔφερε πίσω στὴ ζωή! Ὁ Γιὸς τοῦ Μεγάλου Γλάρου!».

«Ὄχι! Τὸ ἀρνιέται! Εἶναι ὁ διάβολος! ΔΙΑΒΟΛΟΣ! Ἦρθε νὰ διαλύσει τὸ Σμῆνος!».

Ἦταν τέσσερεις χιλιάδες γλάροι στὸ πλῆθος, φοβισμένοι ἀπ᾿ ὅ,τι εἶχε συμβεῖ καὶ ἡ κραυγὴ «ΔΙΑΒΟΛΟΣ» πέρασε μπροστά τους ὅπως ὁ ἄνεμος στὸ φουρτουνιασμένο ὠκεανό. Μάτια παγερά, ράμφη κοφτερά, πλησίαζαν γιὰ νὰ καταστρέψουν.

«Θὰ αἰσθανόσουν καλύτερα, ἂν φεύγαμε, Φλέτσερ;», ρώτησε ὁ Ἰωνάθαν.

«Μὰ τὴν ἀλήθεια, δὲν θά ῾χα ἀντίρρηση…».

Τὴν ἴδια στιγμὴ βρέθηκαν νὰ στέκωνται μαζὶ μισὸ μίλι μακριά, καὶ τ᾿ ἀστραφτερὰ ράμφη τοῦ ὄχλου ἔκλεισαν τὸ κενό.

«Γιατί ἄραγε», ἀναρωτήθηκε γεμάτος ἀπορία ὁ Ἰωνάθαν, «τὸ πιὸ δύσκολο πρᾶγμα στὸν κόσμο εἶναι νὰ πείσεις ἕνα πουλὶ πὼς εἶναι λεύτερο, καὶ πὼς μπορεῖ νὰ τ᾿ ἀποδείξει μόνο του ἂν ἀσκηθεῖ γιὰ λίγο; Γιατί πρέπει νά ῾ναι τόσο δύσκολο;».

Ὁ Φλέτσερ ἔπαιζε ἀκόμα τὰ μάτια ἀπ᾿ τὴν ξαφνικὴ ἀλλαγὴ τοῦ τοπίου.

«Τί ἔκανες τώρα μόλις; Πῶς φτάσαμ᾿ ἐδῶ;».

«Εἶπες πὼς ἤθελες νὰ ξεφύγεις ἀπ᾿ τὸν ὄχλο, ὄχι;».

«Ναί! ὅμως πῶς κατάφερες…».

«Ὅπως κάθετι ἄλλο, Φλέτσερ. Μὲ τὴν ἄσκηση».

Ὡς τὸ ξημέρωμα τὸ Σμῆνος εἶχε ξεχάσει τὴν παραφροσύνη του, ὄχι ὅμως κι ὁ Φλέτσερ. «Ἰωνάθαν, θυμᾶσαι τί εἶπες πρὶν ἀπὸ καιρό, ν᾿ ἀγαπᾶμε τὸ Σμῆνος τόσο ὥστε νὰ γυρνᾶμε πίσω γιὰ νὰ τὸ βοηθήσουμε νὰ μάθει;»

«Βέβαια».

«Δὲν μπορῶ νὰ καταλάβω πῶς κατορθώνεις ν᾿ ἀγαπᾷς ἕναν ὄχλο ἀπὸ πουλιὰ ποὺ προσπάθησαν πρὶν ἀπὸ λίγο νὰ σὲ σκοτώσουν».

«Ὤ! Φλέτς, δὲν τ᾿ ἀγαπᾷς αὐτό! Δὲν ἀγαπᾶς, φυσικά, τὸ μῖσος καὶ τὴν κακία. Πρέπει ν᾿ ἀσκηθεῖς καὶ νὰ βλέπεις τὸν πραγματικὸ γλάρο, τὴν καλοσύνη μέσα στὸν καθένα τους, καὶ νὰ τοὺς βοηθήσεις νὰ τὴν δοῦν κι οἱ ἴδιοι. Αὐτὸ ἐννοῶ ὅταν λέω ἀγάπη. Εἶναι μεγάλο κέφι, ὅταν βρεῖς τὸ κόλπο γιὰ νὰ τὸ πετύχεις.

»Θυμᾶμαι, λόγου χάρη, ἕνα ἄγριο νέο πουλί, τὸ λέγαν Φλέτσερ Λὺντ Γλάρο. Εἶχε μόλις γίνει ἀπόβλητος, ἕτοιμος νὰ πολεμήσει τὸ Σμῆνος ὡς τὸ θάνατο, ξεκινώντας νὰ χτίσει τὴ δικιά του πικρὴ κόλαση μακριὰ στοὺς Πέρα Βράχους. καὶ νά, σήμερα χτίζει, ἀντίθετα, τὸ δικό του παράδεισο καὶ καθοδηγεῖ ὁλόκληρο τὸ Σμῆνος σ᾿ αὐτὴ τὴν κατεύθυνση».

Ὁ Φλέτσερ στράφηκε στὸν ἐκπαιδευτή του καὶ γιὰ μιὰ στιγμὴ φάνηκε τρόμος στὸ μάτι του. «Ἐγὼ νὰ καθοδηγῶ; Τί θὲς νὰ πεῖς ἐγὼ νὰ καθοδηγῶ; Ἐκπαιδευτὴς εἶσαι ἐσύ. Δὲν θὰ μποροῦσες νὰ φύγεις!».

«Δὲ θὰ μποροῦσα; Δὲ νομίζεις πὼς ἴσως ὑπάρχουν ἄλλα σμήνη, ἄλλοι Φλέτσερ, ποὺ χρειάζονται ἕναν ἐκπαιδευτὴ περισσότερο ἀπ᾿ ὅσο τοῦτο τὸ Σμῆνος ποὺ βρίσκεται κιόλας στὸ δρόμο του πρὸς τὸ Φῶς;».

«Ἐγώ; Μὰ Ἴων, ἐγὼ εἶμαι ἕνας κοινὸς γλάρος καὶ σὺ εἶσαι…».

«… ὁ μόνος Γιὸς τοῦ Μεγάλου Γλάρου, ὑποθέτω;». Ὁ Ἰωνάθαν ἀναστέναξε καὶ κοίταξε πέρα στὴ θάλασσα. «Δὲ μὲ χρειάζεσαι ἄλλο πιά. Χρειάζεται νὰ ἐξακολουθεῖς ν᾿ ἀποκαλύπτεις τὸν ἑαυτό σου, λίγο παραπάνω κάθε μέρα, ἐκεῖνον τὸν ἀληθινό, τὸν ἀπεριόριστο Φλέτσερ Γλάρο. Ἐκεῖνος εἶναι ὁ ἐκπαιδευτής σου. Πρέπει νὰ τὸν καταλαβαίνεις καὶ ν᾿ ἀσκεῖσαι μ᾿ αὐτόν».

Μιὰ στιγμὴ ἀργότερα τὸ σῶμα τοῦ Ἰωνάθαν κυμάτιζε στὸν ἀέρα, ἀσπρογυάλιζε κι ἄρχισε νὰ γίνεται διάφανο. «Μὴν τοὺς ἀφήσεις νὰ διαδίδουν κουτὲς φῆμες γιὰ μένα, ἢ νὰ μὲ κάνουν θεό, Σύμφωνοι Φλέτς; Εἶμαι γλάρος. Μ᾿ ἀρέσει νὰ πετάω, Ἴσως…».

«ΙΩΝΑΘΑΝ!»,

«Καημένε Φλέτς. Μὴ πιστεύεις ὅ,τι λένε τὰ μάτια σου. Δείχνουν μόνο τοὺς περιορισμούς. Νὰ κοιτάζεις τὴν κατανόησή σου, ν᾿ ἀνακαλύπτεις ὅ,τι γνωρίζεις ἤδη, καὶ θὰ δεῖς πῶς πρέπει νὰ πετᾶς».

Τὸ ἀσπρογυάλισμα σταμάτησε. Ὁ Ἰωνάθαν Γλάρος εἶχε ἐξαφανιστεῖ στὸν ἀέρα.

Ὕστερα ἀπὸ λίγο, ὁ Φλέτσερ Γλάρος σύρθηκε στὸν οὐρανὸ καὶ στάθηκε ἀπέναντι σὲ μιὰ ἐντελῶς καινούργια ὁμάδα μαθητές, ποὺ ἀνυπομονοῦσαν γιὰ τὸ πρῶτο τους μάθημα.

«Πρώτ᾿ ἀπ᾿ ὅλα», εἶπε βαριά, «πρέπει νὰ καταλάβετε πὼς ἕνας γλάρος εἶναι μία ἀπεριόριστη ἰδέα τῆς λευτεριᾶς, ἕνα ὁμοίωμα τοῦ Μεγάλου Γλάρου κι ὅλο σας τὸ σῶμα, ἀπ᾿ τὴν ἄκρη τῆς μιᾶς φτερούγας σας στὴν ἄλλη, δὲν εἶναι παρὰ ἡ ἴδια σας ἡ σκέψη».

Οἱ νεαροὶ γλάροι τὸν κοίταξαν εἰρωνικά. Τί μας λέει, σκέφτηκαν, αὐτὸ δὲν εἶναι κανόνας ἀκροβασίας.

Ὁ Φλέτσερ ἀναστέναξε καὶ ξανάρχισε. «Χμ! Ἄ!,.. πολὺ καλά», εἶπε καὶ τοὺς κοίταξε μὲ αὐστηρὸ μάτι. «Ἂς ἀρχίσουμε μὲ πτήσεις σταθεροῦ ὕψους». Καὶ καθὼς τό ῾λεγε, κατάλαβε μονομιᾶς πὼς ὁ φίλος του μὲ ἀπόλυτη εἰλικρίνεια δὲν ἦταν πιὸ θεϊκὸς ἀπὸ τὸν ἴδιο τὸν Φλέτσερ.

«Δίχως περιορισμούς, Ἰωνάθαν;» σκέφτηκε. «Τότε λοιπὸν δὲν ἀπέχει πολὺ ὁ καιρὸς ὅταν θὰ φανερωθῶ μέσ᾿ ἀπ᾿ τὸν ἀέρα στὴ δικιά σου παραλία, νὰ σοῦ δείξω ἕνα δυὸ πράγματα γιὰ τὶς πτήσεις».

Καὶ μολονότι προσπάθησε νὰ φανεῖ αὐστηρὸς στοὺς μαθητές του, ὁ Φλέτσερ Γλάρος τοὺς εἶδε ξαφνικὰ ὅλους ὅπως πραγματικὰ ἦταν, γιὰ μιὰ μόνο στιγμή, κι ὄχι μόνο του ἄρεσε ἀλλὰ ἀγαποῦσε αὐτὸ ποὺ εἶδε. «Δίχως περιορισμούς, Ἰωνάθαν;» σκέφτηκε καὶ χαμογέλασε. Τὸ δικό του κυνήγι τῆς μάθησης εἶχε ἀρχίσει.

Jonathan Livingston Seagull – Anthem

Advertisements