ΓΗ-5

She’s Alive… Beautiful… Finite… Hurting… Worth Dying for. Η Γη και εγώ

Είναι ζωντανή, όμορφη,πεπερασμένη,τραυματισμένη….Αξίζει να πεθάνει;

Για πολλούς, η προστασία του περιβάλλοντος είναι πρωτίστως ζήτημα ηθικής. Για άλλους, η προστασία του είναι μία καθαρά διαχειριστική ανάγκη που στοχεύει στη διατήρηση των προς εκμετάλλευση φυσικών πόρων. Όποια άποψη και αν ασπαστεί κανείς, η πραγματικότητα είναι πως το περιβάλλον, σαν άθροισμα των φυσικών πόρων, ως λειτουργικό σύνολο και πηγή μη-οικονομικών υπηρεσιών προς τους ανθρώπους, στηρίζει την οικονομική ανάπτυξη και δραστηριότητα. Η προστασία και ορθολογική διαχείρισή του, αποτελεί αναγκαία και ικανή συνθήκη για τη διατήρηση της ευημερίας και της οικονομικής ανάπτυξης.

Η φύση δίνει τις βάσεις για την οικονομία

Παρά το γεγονός πως οι τεχνολογικά προηγμένες κοινωνίες πλέον ζουν σε μεγάλο βαθμό μακριά από τη φύση, η άποψη ότι η φύση προσφέρει μόνο αισθητική και ψυχική ικανοποίηση στο σύγχρονο άνθρωπο είναι επικίνδυνα παραπλανητική. Τα τοπικά φυσικά οικοσυστήματα, και συνολικά η βιοποικιλότητα του πλανήτη, προσφέρουν βασικές «υπηρεσίες», από τις οποίες η ανθρωπότητα ούτε είναι έτοιμη αλλά ούτε και προβλέπεται να καταφέρει ποτέ να «απεξαρτηθεί». Εκτός λοιπόν από τις υπηρεσίες αναψυχής, εκπαίδευσης και ξεκούρασης, τα οικοσυστήματα:

Υποστηρίζουν:

  • την κυκλοφορία των θρεπτικών ουσιών
  • την παραγωγή οξυγόνου στην ατμόσφαιρα
  • την παραγωγή βιομάζας
  • τη δημιουργία και συγκράτηση του εδάφους
  • την πρωτογενή παραγωγή

Παρέχουν

  • Τροφή
  • Νερό
  • Ξυλεία και ίνες
  • Καύσιμα
  • Γενετικό υλικό

Ρυθμίζουν

  • Το κλίμα
  • Την ποσότητα και ποιότητα της τροφής
  • Τη διάδοση κάποιων ασθενειών

Τα παραπάνω είναι προσαρμογή απο το Millennium Ecosystem Assessment που εκπονήθηκε το 2005 κατά παραγγελία του ΓΓ του ΟΗΕ Κόφι Ανάν.

Είναι, λοιπόν, φανερό ότι αν η αναπτυξιακή πορεία της παγκόσμιας οικονομίας δε λάβει σοβαρά υπόψη τις επείγουσες ανάγκες προστασίας των οικοσυστημάτων και των ειδών χλωρίδας και πανίδας, τότε τίθεται σε άμεσο κίνδυνο το ίδιο το κεφάλαιο που στηρίζει κάθε οικονομική δραστηριότητα.

Υπάρχει δωρεάν περιβάλλον;

Η συνεχιζόμενη υποβάθμιση του περιβάλλοντος υπογραμμίζεται από μια στρεβλή πολιτική άποψη που αντιμετωπίζει τη φύση σαν ένα σύνολο ανεξάντλητων πόρων που δεν έχουν οικονομική αξία. Η εξαφάνιση μιας σπάνιας ορχιδέας ή ενός είδους πάνθηρα, η αποξήρανση ενός έλους σε κάποιο νησί και η καταπάτηση ενός δάσους μπορεί να μας συγκινήσουν προσωπικά, αλλά δύσκολα αντιλαμβανόμαστε ότι αυτές οι απώλειες έχουν και οικονομική συνέπεια. Ενώ λοιπόν η αξία των παρεχόμενων υπηρεσιών σε κάποιες περιπτώσεις έχει τιμή στην ελεύθερη αγορά, η σημασία της βιοποικιλότητας ως μέρους των φυσικών διαδικασιών που παράγουν ρυθμιστικές και υποστηρικτικές υπηρεσίες  δεν αποτυπώνεται στις τρέχουσες τιμές της αγοράς. Επιπλέον, το κόστος που προκαλείται από την υποβάθμιση ή και καταστροφή των οικοσυστημάτων σε κάποιες περιπτώσεις δε γίνεται αμέσως εμφανές ή βαραίνει άλλες γεωγραφικά μακρινές οικονομίες, με συνέπεια συχνά να θεωρούμε ότι «δεν τρέχει τίποτα». Είναι λοιπόν αλήθεια ότι κάποια εξαιρετικά πολύτιμα πράγματα, όπως ο καθαρός αέρας, η βιολογική ποικιλότητα, το επαρκές και καθαρό νερό, αυτά τα κοινά αγαθά που δεν έχουν ιδιοκτήτη, δύσκολα αποτυπώνονται με οικονομικούς όρους. Έτσι, η εθνική μας πολιτική οικονομικής ανάπτυξης στηρίζεται ως επί τω πλείστον σε αποφάσεις που δε συνυπολογίζουν το κόστος ή τους κινδύνους από ενδεχόμενες αλλοιώσεις στο φυσικό περιβάλλον και τα οφέλη από την προστασία του.

Η περιβαλλοντική υποβάθμιση κοστίζει

Είτε μιλάμε για την κατάρρευση της αλιείας στη Βόρειο Θάλασσα που έχει προκαλέσει απώλεια αλιευτικού κεφαλαίου που ανέρχεται σε €590.000.000 ετησίως, την υποβάθμιση των παραποτάμιων οικοσυστημάτων του Δούναβη που έχει προκαλέσει απώλειες στην αγροτική παραγωγή που ξεπερνούν τα €380.000.000, είτε θυμηθούμε την εγκληματική αποξήρανση της λίμνης Κάρλας που προκάλεσε απώλεια 1.300 θέσεων εργασίας και της οποίας το κόστος αποκατάστασης αναμένεται να ξεπεράσει τα €152.000.000, το συμπέρασμα είναι ένα και σαφές: η καταστροφή των οικοσυστημάτων και η απώλεια ειδών χλωρίδας και πανίδας έχει τεράστιο οικονομικό κόστος. Ταυτόχρονα, η κακή διαχείριση του περιβάλλοντος και τελικά η υποβάθμισή του επισείει και την απειλή επιβολής οικονομικών κυρώσεων λόγω παραβίασης του Κοινοτικού δικαίου περιβάλλοντος. Τόσο σε προσωπικό επίπεδο όσο και σε πολιτικό, η κατάχρηση των φυσικών οικοτόπων και πόρων υπογραμμίζεται από μια στρεβλή αντίληψη ότι η φύση είναι ανεξάντλητη και άρα οι υπηρεσίες που προσφέρει δεν έχουν οικονομική διάσταση.

Η αδιαφορία για το περιβάλλον είναι πολιτική μυωπία…

Το ερώτημα που προκαλεί σοβαρή αντιπαράθεση ανάμεσα στους υποστηρικτές της προστασίας του περιβάλλοντος ως μακροπρόθεσμης οικονομικής πολιτικής και στους πολέμιούς της είναι αν η κοινωνία μπορεί να αντέξει το κόστος των απαραίτητων παρεμβάσεων και ρυθμίσεων. Συχνά ακούγεται η άποψη ότι το οικονομικό κόστος της προστασίας των απειλούμενων ειδών και της αποκατάστασης των υποβαθμισμένων  οικοσυστημάτων είναι βαρύ, ότι τα προβλήματα που θα δημιουργηθούν  από  ενδεχόμενες  ρυθμίσεις  σε  ιδιόκτητες γαίες είναι ανεπίλυτα και ότι τα μέτρα περιβαλλοντικής προστασίας εμποδίζουν την ανάπτυξη. Σε αυτά τα διλήμματα, όμως, έχει απαντήσει η ίδια η πραγματικότητα. Στο παρελθόν πολλές Κασσάνδρες είχαν «προβλέψει» σοβαρές επιπτώσεις στην παγκόσμια οικονομία εξαιτίας της απαγόρευσης των χλωροφθορανθράκων (CFCs) που ευθύνονταν για την τρύπα του όζοντος. Η αντικατάσταση των CFCs όχι μόνο δεν προκάλεσε οικονομική ύφεση, αλλά αντίθετα ο τζίρος αυξήθηκε ως αποτέλεσμα της εισόδου στην αγορά νέων υποκατάστατων.

Η μόνη όμως πολιτικά ορθή ερώτηση που οφείλουμε να θέσουμε σοβαρά και να απαντήσουμε με ειλικρίνεια είναι αν μπορεί η κοινωνία και η οικονομία να αντέξει το μακροπρόθεσμο κόστος της μη προστασίας της βιοποικιλότητας και των οικοσυστημάτων. Όπως πλέον προβλέπει το σύνολο σχεδόν της αμερόληπτης επιστημονικής κοινότητας, στο εγγύς μέλλον οι οικονομικές επιπτώσεις της περιβαλλοντικής υποβάθμισης θα είναι καταστροφικές.