ΜΙΚΡΑΣΙΑΤΙΚΗ ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗ

. . . Μέσα σε λίγα εικοσιτετράωρα όλος ο κόσμος αναποδογύρισε.
Βαπόρια φτάναν το ένα πίσω από τ΄ άλλο και ξεφόρτωναν κόσμο, έναν κόσμο ξεκουρντισμένον, αλλόκοτο, άρρωστο, συφοριασμένο, λες κι έβγαινε από φρενοκομεία, από νοσοκομεία, από νεκροταφεία. Έπηξαν οι δρόμοι, το λιμάνι οι εκκλησιές, τα σχολειά, οι δημόσιοι χώροι. Στα πεζοδρόμια γεννιόνταν παιδιά και πέθαιναν γέροι .
Ενάμισι εκατομμύριο άνθρωποι βρεθήκανε ξαφνικά έξω απ΄ την προγονική τους γη. Παράτησαν σκοτωμένα παιδιά και γονιούς άταφους. Παράτησαν περιουσίες, τον καρπό στα δένδρα και στα χωράφια το φαΐ στη φουφού, τη σοδειά στην αποθήκη το κομπόδεμα στο συρτάρι, τα πορτρέτα των προγόνων στους τοίχους. Και βάλθηκαν να τρέχουν να φεύγουν κυνηγημένοι απ΄ το τούρκικο μαχαίρι και τη φωτιά του πολέμου. Έρχεται μια τραγική στιγμή στη ζωή του ανθρώπου, που το θεωρεί τύχη να μπορέσει να παρατήσει το έχει του, την πατρίδα του το παρελθόν του και να φύγει, να φύγει λαχανιασμένος αποζητώντας αλλού τη σιγουριά. Άρπαξαν οι άνθρωποι βάρκες, καΐκια, σχεδίες, βαπόρια, πέρασαν τη θάλασσα σ΄ έναν ομαδικό, φοβερό ξενιτεμό. Κοιμήθηκαν αποβραδίς νοικοκυραίοι στον τόπο τους και ξύπνησαν φυγάδες, θαλασσοπόροι, άστεγοι άποροι, αλήτες και ζητιάνοι στα λιμάνια του Πειραιά, της Σαλονίκης, της Καβάλας του Βόλου, της Πάτρας.


Ενάμισι εκατομμύριο αγωνίες και οικονομικά προβλήματα ξεμπαρκάρανε στο φλούδι της Ελλάδας, με μια θλιβερή ταμπέλα κρεμασμένη στο στήθος: «Πρόσφυγες!» Που να ακουμπήσουν οι πρόσφυγες; Τι να σκεφτούν; τι να ξεχάσουν; τι να πράξουν; που να δουλέψουν; πώς να ζήσουν;

Τρέμαν ακόμα απ΄ το φόβο. Τα μάτια τους ήταν κόκκινα απ΄ το αιμάτινο ποτάμι της κόλασης που διάβηκαν. Και σαν πάτησαν σε στέρεο έδαφος, μετρήθηκαν να δουν πόσοι φτάσανε και πόσοι λείπουν. Κι οι ζωντανοί δεν το πιστεύανε, μόνο άπλωναν τα χέρια τους στο κορμί τους και το ψάχνανε, για να βεβαιωθούνε πως δεν ήταν βρικόλακες. Και ψάχναν και για την ψυχή τους, να δουν αν ήταν στη θέση της. Μ΄ αυτή ήταν άφαντη. Είχε μείνει πίσω στην πατρίδα κοντά στους αγαπημένους νεκρούς και στους αιχμαλώτους, κοντά στα σπιτάκια, στα
χωράφια, στις δουλειές….
Κι είπαν : περαστικοί είμαστε, ας βολευτούμε όπως όπως , κι αύριο θα ματαγυρίσουμε στα μέρη μας. Κι αποζητούσαν, τούτη την ελπίδα, με την ίδια λαχτάρα σαν το ψωμί το νερό και τ΄ αλάτι.
Τόσοι ήταν, ενάμισι εκατομμύριο ρωμιοί μικρασιάτες, που στριφογύριζαν τώρα στο καύκαλο της Ελλάδας, σαν περιπλανώμενοι ιουδαίοι διωγμένοι από τη γη της Χαναάν. Χωρίς πατρίδα χωρίς δουλειά χωρίς σπίτι. Και μόλις χτες να θυμάσαι πως ήσουνα νοικοκύρης.
Ψάχναν για τον αίτιο , αναθεμάτιζαν τον ουρανό, τη γης ,τον Κεμάλ το Βενιζέλο τον Κωνσταντίνο, την Αντάντ, τον πόλεμο. Μα πριν απ΄ όλα τον ύπουλο τον Άγγλο ,τον υπολογιστή ,το διπλοπρόσωπο, το σφετεριστή που έκανε μπίζνες και αυτοκρατορική πολιτική με το αίμα και τη δυστυχία ενός λαού….

ΔΙΔΩ ΣΩΤΗΡΙΟΥ «Οι νεκροί περιμένουν»

Από τη μικρασιατική εκστρατεία στη σφαγή και πυρπόληση της Σμύρνης και το ξερίζωμα εκατομμυρίων Ελλήνων από την πατρίδα

Του Βλάση Αγτζίδη*

«Η Τουρκία πρέπει να γίνει μωαμεθανική χώρα, όπου η μωαμεθανική θρησκεία και οι μωαμεθανικές αντιλήψεις θα κυριαρχούν και κάθε άλλη θρησκευτική προπαγάνδα θα καταπνίγεται… Αργά ή γρήγορα θα πρέπει να πραγματοποιηθεί η πλήρης οθωμανοποίηση όλων των υπηκόων της Τουρκίας. Και είναι ολοκάθαρο ότι αυτό δεν μπορεί να γίνει με την πειθώ. Αρα πρέπει να χρησιμοποιηθεί ένοπλη βία… Το δικαίωμα των άλλων εθνοτήτων να έχουν δικές τους οργανώσεις θα πρέπει να αποκλειστεί. Κάθε μορφή αποκέντρωσης και αυτοδιοίκησης θα θεωρείται προδοσία προς την τουρκική αυτοκρατορία». (Απόφαση του Συνεδρίου των Νεότουρκων και του κόμματος εξουσίας Ενωση και Πρόοδος – Νοέμβριος 1911).

Αυτή ήταν η πρώτη επίσημη εκδήλωση της απόφασης του τουρκικού εθνικισμού για την καταστροφή της πολυπολιτισμικής και πολυεθνοτικής οθωμανικής κοινωνίας. Το ιδεολογικό πλαίσιο είχε χαραχθεί από τον Ziya Gokalp, ιδεολογικό πατέρα του τουρκικού εθνικισμού, ο οποίος καλούσε για τον τερματισμό της «ψευδαίσθησης περί ισότητας μουσουλμάνων και χριστιανών». Ο ίδιος περιέγραφε τo 1911 στο περιοδικό «Yeni Hayat» και το νέο άνθρωπο: «Οι Τούρκοι ήταν οι “υπεράνθρωποι” που είχε φανταστεί ο Γερμανός φιλόσοφος Nietzsche… Από την τουρκότητα θα γεννηθεί η νέα ζωή…». Ο Τούρκος ιστορικός Taner Aksam στο βιβλίο του «A Shameful Act», υποστηρίζει ότι ο Gokalp, επηρεασμένος από τον γερμανικό εθνικισμό, διαμόρφωσε ένα θεωρητικό πλαίσιο, το οποίο παρείχε την ιδεολογική βάση για την εκπόνηση της συγκεκριμένης βίαιης πολιτικής συμπεριφοράς. Στόχος του Gokalp ήταν η διαμόρφωση «εθνικής οικονομίας», η οποία θα μπορούσε να δημιουργηθεί μόνο με την «εθνική ομοιογένεια».

Το σχέδιο εξόντωσης Ελλήνων

H απόφαση των Νεοτούρκων του 1911, σηματοδοτεί την εμφάνιση μιας νέας μεθοδολογίας στη σύγχρονη ιστορία. Ενα κόμμα εξουσίας αποφασίζει ανοιχτά και επισήμως να ασκήσει βία κατά όσων υπηκόων της δεν πληρούν ορισμένες από τις πολιτισμικές προϋποθέσεις που αυτό αυθαιρέτως θέτει. Μέχρι εκείνη τη στιγμή, οι διώξεις και οι σφαγές στη προνεωτερική εποχή οφείλονταν σε μια ενστικτώδη, αυθόρμητη εκδήλωση του θρησκευτικού –κυρίως- συναισθήματος υπεροχής. Η πολιτική των Νεότουρκων εκφράζει τη νέα μεθοδολογία του εθνικισμού, ο οποίος ψυχρά και υπολογισμένα επιλέγει το θύμα και εκπονεί συγκεκριμένες στρατηγικές με στόχο την εξόντωσή του. Αυτό το άγνωστο πολιτικό και ιδεολογικό πλαίσιο εντάσσει την πολιτική των Νεότουρκων στην κατηγορία εκείνη που θα γίνει γνωστή στο σύγχρονο κόσμο με τους Ναζί και τη μελετημένη εξόντωση των Εβραίων. Αυτή ακριβώς η μέθοδος των Ναζί -που θα γίνει γνωστή με τον ελληνικό όρο «Ολοκαύτωμα»- δηλώνει την ψυχρή και αποφασισμένη πολιτική «…για να καθαρίσουν την κοινωνία από ό,τι θεωρούσαν βρώμικο και άρρωστο, να την κάνουν τελεία, καθαρή και υγιή. Το ολοκαύτωμα ήταν ένα πείραμα καθαριότητας. Ήθελαν την αγνή άσπιλη, αμόλυντη τελεία κοινωνία, ένα όνειρο καθαρότητας…..». Στη νεοτουρκική περίπτωση, στη θέση των Εβραίων βρέθηκαν οι χριστιανικές ομάδες της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, οι Αρμένιοι, οι Έλληνες της Ανατολής, οι Ασσύριοι, οι Αραμαίοι…

Προς την τελική λύση

Mετά τους Βαλκανικούς Πολέμους η γραμμή του 1911 εκφράστηκε με τη δημιουργία συγκεκριμένων θεσμών, όπως το Γραφείο Εγκατάστασης Φυλών και Μεταναστών. Ο Taner Aksam γράφει: «Υπάρχουν αποδείξεις ότι ο Gokalp συνέταξε ειδικές μελέτες για τις μειονότητες της αυτοκρατορίας, συμπεριλαμβανομένων και των Αρμενίων. Αυτές ήταν μέρος ενός ευρύτερου σχεδίου να συγκεντρωθεί λεπτομερής γνώση για την εθνικοθρησκευτική δομή της Ανατολίας. Ενα ειδικό τμήμα, το Γραφείο Εγκατάστασης Φυλών και Μεταναστών, το οποίο συστάθηκε το 1913, ασχολούνταν ειδικά με ζητήματα διασκορπισμού και επανεγκατάστασης πληθυσμών».

Για την υλοποίηση των σχεδιασμών είχε δημιουργηθεί μια παρακρατική οργάνωση με την επονομασία Ειδική Επιτροπή (Teskilat i Mahsusa), για να φέρει εις πέρας τις εκτοπίσεις. Η δράση της Επιτροπής θα ξεκινήσει τη δράση της με τους Ελληνες της Ιωνίας. Ο Taner Aksam γράφει: «Η δράση της εναντίον του “εσωτερικού εχθρού” είχε αρχίσει πριν από τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Η εκτόπιση του ελληνικού πληθυσμού του Αιγαίου, μέσω τρομοκρατίας και απαλλοτρίωσης των ιδιοκτησιών του, είχε πραγματοποιηθεί ως μέρος του σχεδίου για την ομογενοποίηση της Ανατολίας».

Με την έναρξη του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου άρχισε η «εκκαθάριση θυλάκων μη τουρκικών πληθυσμών που είχαν συγκεντρωθεί σε στρατηγικά σημεία» (Celal Bayar, “Ben Yazdim”). Το σχέδιο είχε την απόλυτη υποστήριξη των Γερμανών συμμάχων των Νεότουρκων και κάποια σημεία του υλοποιήθηκαν από κοινού. O Taner Aksam αναφέρει: «Συντάχθηκαν λεπτομερή σχέδια για τον εκτουρκισμό της Ανατολίας μέσω της εκκαθάρισης των χριστιανικών πληθυσμών. Τα ίδια μέτρα εφαρμόστηκαν στην περιοχή του Αιγαίου από την άνοιξη του 1914. Η Επιτροπή Ένωση και Πρόοδος πήρε μια ξεκάθαρη απόφαση. Η πηγή των προβλημάτων στη δυτική Ανατολία θα απομακρυνόταν, οι Έλληνες θα εκδιώκονταν με πολιτικά και οικονομικά μέτρα. Πριν από οτιδήποτε άλλο ήταν ανάγκη να αποδυναμωθούν οι οικονομικά ισχυροί Έλληνες…. Αποφασίστηκε να επικεντρωθούν οι δραστηριότητες γύρω από τη Σμύρνη που θεωρείτο κέντρο της υπονομευτικής δραστηριότητας». Οι Τούρκοι εθνικιστές, με τη βία του μιλιταριστή εφόσον διαμορφώθηκαν εντός του οθωμανικού στρατού, υπήρξαν εξαιρετικά βίαιοι προς τις χριστιανικές κοινότητες της Αυτοκρατορίας κατά την περίοδο αυτή.

Έτσι θα πραγματοποιηθεί η πρώτη φάση της γενοκτονίας. Στο τέλος του Πολέμου θα επιχειρηθεί η καταγραφή των αποτελεσμάτων αυτής της πολιτικής. Το Οικουμενικό Πατριαρχείο θα εκδώσει το 1919 τον απολογισμό με τίτλο «Μαύρη Βίβλος διωγμών και μαρτυριών του εν Τουρκία Ελληνισμού (1914-1918)». Η «Μαύρη Βίβλος», συντάχθηκε από την Κεντρική Επιτροπή υπέρ των Μετατοπισθέντων Ελληνικών Πληθυσμών, εκδόθηκε στα ελληνικά και στα γαλλικά. Στον Πρόλογο αναφέρονται μεταξύ άλλων: «Το κακόν εκορυφώθη κατά τον παγκόσμιον πόλεμον, ότε πλείσται ελληνικαί επαρχίαι της αυτοκρατορίας εκλονίσθησαν εκ θεμελίων ή και εντελώς κατεστράφησαν. Είναι ανεκδιήγητα τα δεινοπαθήματα, τα οποία υπέστησαν οι εκδιωχθέντες εκ των εστιών αυτών Έλληνες. Διεσκορπίζοντο οι δυστυχείς ούτοι εις χωρία καθαρώς τουρκικά, ημποδίζετο εις αυτούς η εκ μέρους των Πατριαρχείων διανομή βοηθημάτων, εστερούντο εκκλησιών και ιερέων… και εξηναγκάζοντο διά τοιούτων και άλλων μέσων εις εξισλάμισιν. Τοιουτοτρόπως δε, πληθυσμός ομογενής εκ 490.063 ψυχών, διασπαρείς ανά τα όρη, τας χαράδρας και τα τουρκικά χωρία, υπέστη εν τοις πλείστοις τον εξ ασιτίας, του ψύχους και των στερήσεων θάνατον».

1919-1922: Μια αποτυχημένη προσπάθεια

Με το τέλος του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου οι χριστιανικές κοινότητες πίστεψαν ότι είχε έρθει η ώρα της λύτρωσης και της δικαίωσης. Η Συνθήκη των Σεβρών θα προσπαθήσει να εκφράσει εν μέρει τα δικαιώματα αυτά, στο πλαίσιο πάντα της ρύθμισης των συμφερόντων των μερών που απάρτιζαν το Μέτωπο των συμμάχων. Όσο και αν φαντάζει παράξενο, η μεταπολεμική αυτή ρύθμιση ήταν απολύτως συμβατή τότε με τις αναλύσεις των μεγάλων Ελλήνων σοσιαλιστών Σκληρού και Γληνού, καθώς και με τις απόψεις της Ρόζας Λούξεμπουργκ.  Γνώριζε πολύ καλά η Λούξεμπουργκ τις ταξικές διαφοροποιήσεις στο εσωτερικό της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, και γι’ αυτό καλούσε το διεθνές κομμουνιστικό κίνημα να στηρίξει τα χριστιανικά κινήματα της Αυτοκρατορίας: «…Η σημερινή μας θέση στο Ανατολικό Ζήτημα είναι να αποδεχτούμε τη διαδικασία διάλυσης της Τουρκίας ως μια υπαρκτή πραγματικότητα και να μην κάνουμε σκέψη ότι θα μπορούσε ή θα έπρεπε κανείς να τη σταματήσει και να εκδηλώσουμε στους αγώνες για αυτοδιάθεση των χριστιανικών εθνών την απεριόριστη συμπαράστασή μας».

Η εμπλοκή της Ελλάδας με την Μικρασιατική Εκστρατεία υπήρξε νομοτελειακή εξέλιξη, τόσο των συμφερόντων της, καθώς και των συμφερόντων του «εν Τουρκία Ελληνισμού», όσο και των συμφερόντων της Μεγάλης Βρετανίας. Με μια έννοια, υπήρξε μια μοναδική ιστορική στιγμή, όπου τα συμφέροντα της μεγαλύτερης δύναμης εκείνης της εποχής συμβάδισαν με τα συμφέροντα των Ελλήνων.

Οι Τούρκοι εθνικιστές θα προσπαθήσουν να ανατρέψουν τις εξελίξεις αυτές με το κεμαλικό αντι-οθωμανικό κίνημα. Οι παρακρατικές ομάδες της Teskilat i Mahsusa, θα πλαισιώσουν πρώτες το κίνημα αυτό και θα αγωνιστούν για τη σωτηρία τους αφενός και για την υλοποίηση των αρχικών σχεδίων που είχαν σταματήσει με τη νεοτουρκική ήττα. Οι εσωτερικές αντινομίες του ελλαδικού Ελληνισμού θα οδηγήσουν σε μια ήττα, η οποία καθόλου δεν ήταν προδιαγεγραμμένη. Η ακατανόητη απόφαση του Ελευθερίου Βενιζέλου να προχωρήσει στις εκλογές του Νοεμβρίου του 1920, θα φέρει στην εξουσία το αντιπολεμικό και αντιμικρασιατικό, φιλογερμανικό Λαϊκό Κόμμα και τον ανεπιθύμητο βασιλιά Κωνσταντίνο.

Το μέλλον των Ελλήνων στην Ανατολή το ήξεραν καλύτερα οι ίδιοι οι Τούρκοι εθνικιστές. Η επίσημη εφημερίδα του Κεμάλ στην Αγκυρα έγραφε στις 28 Οκτωβρίου 1920 για τις επερχόμενες ελληνικές εκλογές: «Οι ελληνικές εκλογές θα κρίνουν την τύχη του μικρασιατικού πολέμου. Πτώση του Βενιζέλου σημαίνει και πτώση της Ελλάδας στη Μικρά Ασία…». Ενώ στις διαδηλώσεις των Τούρκων εθνικιστών στην Αγκυρα κυριαρχούσε το σύνθημα: «Μπιν γιασασίν Μουσταφά Κεμάλ/ Γιασασίν Κωνσταντίνος/ Καχρολσούν Βενιζέλος» («Πολύ ζήτω στον Μουσταφά Κεμάλ/ Ζήτω στον Κωνσταντίνο/ Κατάρα στον Βενιζέλο»).

Οι πρόσφυγες και η ιστορική μνήμη

Η καλή γνώση των τότε γεγονότων, των εσωτερικών αντιθέσεων, τόσο της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας όσο και του Ελληνικού Βασιλείου, ο Διχασμός των Ελλήνων σε δύο αντιμαχόμενα κοινωνικά σύνολα, η αντιμετώπιση των προσφύγων και της ιστορικής μνήμης αποτελούν και σήμερα ζητήματα προς διερεύνηση μιας απροκατάληπτης ιστοριογραφίας. Η νεοελληνική ιστοριογραφία συνήθισε να μελετά τα γεγονότα στην Ανατολή μέσα από το πρίσμα του ελληνοτουρκικού πολέμου του 1919-1922. Ως αποτέλεσμα αυτού, έχει διαμορφωθεί –για άλλη μια φορά- μια ελλειπτική γνώση, η οποία αγνοεί βασικές παραμέτρους και κινείται στο ενοχικό πλαίσιο, που διαμόρφωσαν τα μετά το ’22 κυρίαρχα ιδεολογήματα. Και επιπλέον, τα τελευταία χρόνια, με πυρήνα τους λεγόμενους «νέους ιστορικούς», επανεμφανίζεται με σύγχρονη μορφή μια παρωχημένη σχολή ερμηνείας, που αμφισβητεί τις γενοκτονίες, αιτιολογεί την πολιτική των Νεότουρκων και υποβαθμίζει πλήρως τον παράγοντα του Ελληνισμού της Ανατολής. Πάντως, το νέο εντυπωσιακό στοιχείο που εμφανίζεται τώρα, είναι ότι από την άλλη πλευρά του Αιγαίου αναπτύσσεται μια τέτοια απροκατάληπτη ιστοριογραφία, η οποία δεν καθορίζεται από τα νεοελληνικού τύπου ταμπού, ούτε τις αμφιθυμίες και την παραδοσιακή απόρριψη και μνησικακία κατά των προσφύγων. Εμφανίζονται επίσης και θαρραλέες οργανώσεις πολιτών που δεν διστάζουν να μιλήσουν για το βαρύ αυτό παρελθόν.

Ο Τούρκος πρόεδρος του «Συλλόγου Ενάντια στη Γενοκτονία» Αλί Ερτέμ σημειώνει τα εξής: «Η εξόντωση των χριστιανικών λαών που βρίσκονταν υπό τουρκική κυριαρχία ολοκληρώθηκε σε δύο φάσεις. Στην πρώτη φάση, από το 1912 ώς το 1918….. Η δεύτερη φάση ξεκίνησε μετά τη συνθηκολόγηση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και διήρκεσε μέχρι το 1922 (σε κάποια φάση, όπως στον Πόντο, μέχρι το 1924)… Το τουρκικό κράτος προσπαθεί να χτίσει το μέλλον της κοινωνίας του πάνω στην άρνηση αυτής της πραγματικότητας…. Με αυτόν τον τρόπο ανοίγεται ο δρόμος για νέα εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας μέχρι και για νέες γενοκτονίες».

Μια Μαρτυρία…

Η βιαιότητα της σφαγής της Σμύρνης –όπως και όλης της ιωνικής παραλίας- τον Σεπτέμβρη του 1922, αποτυπώνεται ανάγλυφα μέσα από μαρτυρίες, που είτε έχουν συλλεγεί είτε έχουν εκδοθεί. Συγκλονιστική είναι η Μαρτυρία της Ελένης Καραντώνη από το Μπουνάρμπασι, έντεκα χιλιόμετρα βορειανατολικά της Σμύρνης («Εξοδος», Κέντρο Μικρασιατικών Σπουδών):

«…Τη νύχτα οι τσέτες έκαναν επίθεση ν’ αρπάξουν, να σφάξουν, ν’ ατιμάσουν. “Βοήθεια! Βοήθεια!”, φώναζε ο κόσμος. Τα εγγλέζικα πλοία ήταν απέναντι. Εριχναν τους προβολείς. Σταματούσαν για λίγο. Τη νύχτα θέλαμε να πάμε προς νερού μας. Πήγαμε λίγο πιο έξω, φρίκη! Βρεθήκαμε σε μια χαβούζα (σ.τ.σ. μεγάλο ανοιχτό λάκο). Γύρω γύρω, στα χείλια της χαβούζας σπαρταρούσαν κορμιά, και μέσα η χαβούζα ήταν γεμάτη κεφάλια. Επαιρναν όποιον έπιαναν, τον πήγαιναν στην άκρια της χαβούζας, έκοβαν το κεφάλι και το έριχναν μέσα στη χαβούζα και τα κορμιά τα άφηναν να σπαρταρούν γύρω γύρω. Ηταν φοβερό. Οσοι το είδαν τρελάθηκαν. Το τρελοκομείο γέμισε από τρελούς σαν ήρθαμε. Εκεί σ’ αυτό το μέρος χάσαμε και τον πατέρα μου. Τον αδελφό μου τον έσφαξαν στο χωριό….».

…και δύο Θρήνοι

Οι Μικρασιάτες πρόσφυγες θρήνησαν τη μεγάλη Καταστροφή. Ενα χαρακτηριστικό ρεμπέτικο που τραγούδησε ο Κώστας Ρούκουνας είναι το εξής:

Σαν της Σμύρνης το γιανκίνι,
Στο ντουνιά δεν έχει γίνει,
Κάηκε κι έγινε στάχτη
Κι έβγαλ’ ο Κεμάλ το άχτι

Κάψανε τη Βαγγελίστρα,
που τη χτίζαν μέρα-νύχτα.
Κάψανε το Σταυροδρόμι
Και του Φάσουλα ακόμη.

Σμύρνη, φτωχομάνα Σμύρνη,
Πούναι η ομορφιά σου εκείνη,
Κάηκες από θεμέλια
σκεπαστά και μπεζεστένια.

Ενας άλλος μικρασιάτικος θρήνος ήταν και αυτός που τραγουδήθηκε από τους Πόντιους του δυτικού Πόντου:

Κοίταξε τις πέτρες της Αγκυρας,
βλέπε και τα δακρυσμένα μου μάτια.
Μείναμε σκλάβοι των Τούρκων,
για δες της μοίρας τα γραμμένα!

Οι λόφοι της Άγκυρας είναι μονοκόμματοι. Η Ελλάδα κάηκε, κατακάηκε. Να τυφλωθείς καταραμένε Άγγλε, στην Ελλάδα δεν απόμεινε καμιά ελπίδα.

Ο στρατός που πήγε για την Άγκυρα έμεινε εκεί, πεσκέσι στους Τούρκους. Όσοι μας βοήθαγαν έκαναν πίσω και τους Έλληνες τους παρέσυρε το κύμα.

* Ο κ. Βλάσης Αγτζίδης είναι διδάκτωρ Σύγχρονης Ιστορίας. Βραβεύτηκε από την Ακαδημία Αθηνών για τη συγγραφή της ιστορίας των Ελλήνων στον Εύξεινο Πόντο.

==============================================================================

Γιατί φθάσαμε στη σφαγή της Σμύρνης

90 χρόνια μετά τη μεγαλύτερη τραγωδία που βίωσε ο ελληνισμός, δεν έχει πλήρως συνειδητοποιηθεί η σημασία των γεγονότων

H γενοκτονία του μικρασιατικού ελληνισμού και η Μικρασιατική Καταστροφή, γενικότερα, έπαψαν να αποτελούν λευκές σελίδες και απαγορευμένη γνώση στο νεοελληνικό μας τοπίο. Παρ’ όλα αυτά όμως, η έκταση και η σημασία των γεγονότων δεν έχουν πλήρως συνειδητοποιηθεί. Mε την καταστροφή της Σμύρνης ολοκληρώθηκε η γενοκτονία των χριστιανικών πληθυσμών, που είχε αποφασίσει επισήμως η νεοτουρκική κυβέρνηση το 1911. Παράλληλα, έκλεισε και ο κύκλος της παρουσίας των Ελλήνων στη μικρασιατική γη μετά 35 αιώνες δημιουργικής παρουσίας. Ειδικότερα, ο χριστιανικός ελληνισμός βρέθηκε οριστικά εκτός της Ιωνίας, του Πόντου, της Καππαδοκίας και της Ανατολικής Θράκης. Στις 14 Σεπτεμβρίου του 1922 έκλεισε και άλλος ένας κύκλος: αυτός της θανάσιμης σύγκρουσης του χριστιανισμού με το επιθετικό Iσλάμ που άρχισε με τη μάχη του Mατζικέρτ πριν από 932 χρόνια. H μεγάλη αυτή σύγκρουση των θρησκειών στην περιοχή του παλιού ελληνικού κόσμου μετετράπη σε σύγκρουση εθνών την εποχή που τα νέα κοινωνικά μεγέθη καθορίστηκαν από την εθνική αντίληψη. O ισλαμικός κόσμος μετετράπη σε τουρκικό έθνος και ολοκλήρωσε με μεγάλη επιτυχία τον ιερό του πόλεμο, το Tζιχάντ.

H μικρασιατική πρόκληση έδωσε στον ελληνισμό την ευκαιρία για την εθνική του ολοκλήρωση. H ένταξη στο κράτος των Ελλήνων, των πλέον ανεπτυγμένων ελληνικών εδαφών θα επιτάχυνε τον μετασχηματισμό της Ελλάδας σε ένα σύγχρονο έθνος-κράτος, θα αύξανε το γεωπολιτικό και οικονομικό της βάρος και, παράλληλα, θα πραγμάτωνε τις ιδέες για χειραφέτηση από την απολυταρχική οθωμανική εξουσία. H παρουσία της Ελλάδας στην Ιωνία και στην Ανατολική Θράκη και οι προσπάθειες απελευθέρωσης των Ελλήνων στον Πόντο υπήρξαν οι μοναδικές εγγυήσεις για τη σωτηρία των ελληνικών πληθυσμών που είχαν υποστεί γενοκτονία από τους Τούρκους εθνικιστές κατά τη διάρκεια του πολέμου με κορύφωση την περίοδο 1916-1918.

H νίκη των συμμάχων στον A΄ Παγκόσμιο Πόλεμο -που τοποθέτησε την Ελλάδα στο τραπέζι των νικητών- υπήρξε μια μοναδική ευκαιρία. H Συνθήκη των Σεβρών -αποτέλεσμα της ήττας των Νεότουρκων εθνικιστών- διευθετούσε εν μέρει τα πραγματικά εθνικά προβλήματα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. H Ελλάδα αναδείχτηκε σε σημαντική περιφερειακή δύναμη. Οι συμμαχικές δυνάμεις και ειδικότερα η Μεγάλη Βρετανία έχρισαν την Ελλάδα εντολοδόχο στην περιοχή. H μοναδική σύμπτωση θετικών εξελίξεων έκανε να φαίνεται πραγματοποιήσιμο το όνειρο της απελευθέρωσης των Ελλήνων της Mικράς Ασίας και της Ανατολικής Θράκης.

Γιατί ηττηθήκαμε

Tι συνέβη όμως και το εφικτό μετετράπη σε εφιάλτη;

Kατ’ αρχάς άλλαξε το διεθνές τοπίο. H επανάσταση των μπολσεβίκων στη Pωσία και τα ιδιαίτερα συμφέροντα κάποιων από τους συμμάχους μας, όπως των Γάλλων και των Iταλών, οδήγησαν στην ενίσχυση του εθνικιστικού κινήματος του Mουσταφά Kεμάλ. Παρ’ όλη όμως την αλλαγή οι Έλληνες παρέμειναν η σημαντικότερη στρατιωτική δύναμη στην Εγγύς Ανατολή. Οι Τούρκοι εθνικιστές δεν κατάφεραν σε καμιά στιγμή της ελληνοτουρκικής στρατιωτικής σύγκρουσης να παρατάξουν περισσότερους στρατιώτες και να διαθέσουν καλύτερο εξοπλισμό από τον ελληνικό στρατό. Εξάλλου, ένα μέρος των κεμαλικών δυνάμεων το αποτελούσαν άτακτες ένοπλες συμμορίες.

H αύξηση της κεμαλικής δυναμικής προκλήθηκε αποκλειστικά από τη στάση της ελληνικής πλευράς, η οποία μεθοδικά υποβάθμισε τη δική της πολιτική και στρατιωτική παρουσία στο μικρασιατικό μέτωπο. Kατ’ αρχάς, ο εντεινόμενος διχασμός στην Aθήνα μεταξύ βενιζελικών και βασιλικών μετέφερε αλλού το κέντρο βάρους και τις προτεραιότητες της ελλαδικής πολιτικής ηγεσίας. H προκήρυξη εκλογών από τον Bενιζέλο, εν μέσω πολέμου, επέτρεψε στο μέτωπο των βασιλικών να διευρύνει την αντιπολεμική του δράση. Στη συνέχεια, μετά τη νίκη των αντιπολεμικών, ακολουθήθηκε μια ολοκληρωτικά ανορθολογική πολιτική, τόσο στον τομέα της στρατιωτικής διαχείρισης της μικρασιατικής κρίσης, όσο και στα ζητήματα της εξωτερικής πολιτικής. H πολιτική της νέας ελληνικής κυβέρνησης επέτρεψε στον Mουσταφά Kεμάλ να ισχυροποιηθεί στρατιωτικά και να αναδειχθεί σε αξιόπιστο συνομιλητή των Mεγάλων Δυνάμεων.

Παράλληλα, η αντιπολεμική κυβέρνηση της Aθήνας υπονόμευσε τις προσπάθειες των ιδίων των Mικρασιατών για δική τους στρατιωτική συγκρότηση με στόχο την αυτονόμηση της Iωνίας. H απουσία γραμμής άμυνας στη Σμύρνη και η εγκατάλειψη του μικρασιατικού ελληνισμού στους νικητές Kεμαλικούς υπήρξαν οι βασικές αιτίες του μεγάλου αριθμού θυμάτων, μετά την αναμενόμενη στρατιωτική ήττα.

Oι Γάλλοι για τη Σμύρνη

H γαλλική στάση στο μικρασιατικό ζήτημα υπήρξε κατεξοχήν ανθελληνική. Αντίστοιχη πολιτική ακολούθησε και η ιταλική πλευρά. Oι Γάλλοι ενθάρρυναν τους κεμαλικούς στη σύγκρουσή τους με τους Έλληνες και εξέφρασαν έμπρακτα την υποστήριξή τους. Με τη γαλλοτουρκική συμφωνία που υπεγράφη στην Άγκυρα, το Παρίσι κέρδισε την εκμετάλλευση κοιτασμάτων σιδήρου, χρωμίου και ασημιού και την προοπτική για μικτές γαλλοτουρκικές εταιρείες για την κατασκευή και εκμετάλλευση λιμανιών, σιδηροδρομικών γραμμών κ.λπ. O Kεμάλ από την πλευρά του κέρδισε την υπονόμευση της Συνθήκης των Σεβρών μέσω της Γαλλίας, την υλική υποστήριξη του στρατού του και, σε κάποιες περιπτώσεις, συμπαράταξη των γαλλικών δυνάμεων με τις κεμαλικές. Για παράδειγμα, μετά την ήττα των Ελλήνων στα Μουδανιά οι γαλλικές αρχές αφόπλισαν τους Έλληνες στρατιώτες και τους παρέδωσαν στους Τούρκους.

H γαλλική κυβέρνηση κατέβαλε κάθε προσπάθεια για υποβάθμιση των τουρκικών εγκλημάτων. Στο πλαίσιο της γραμμής αυτής προσπάθησε να αποκρύψει το γεγονός της πυρπόλησης της Σμύρνης από τον τουρκικό στρατό και να ενοχοποιήσει τους Έλληνες. Στις 21 Σεπτεμβρίου του 1922 ο FrankliBouillon, λίγο πριν αναχωρήσει για την κατεστραμμένη Σμύρνη για να συναντήσει τον Kεμάλ, καλεί στο υπουργείο Εξωτερικών τους ανταποκριτές του διεθνούς Τύπου και τους παρακινεί: «Tηλεγραφήστε στον κόσμο όλο ότι οι Eλληνες οργάνωσαν συστηματικά τις πυρκαγιές στη Σμύρνη».

Tη φιλοκεμαλική στάση των Γάλλων στηλίτευσε ακόμα και ο Oυίνστον Tσόρτσιλ, ο οποίος έγραψε: «Παρά τις προσπάθειες των Γάλλων να ελαχιστοποιήσουν τις φρικαλεότητες αυτές (των Tούρκων κατά των Eλλήνων στον Πόντο και τη δυτική Mικρασία) και να αποδείξουν, εναντίον των Eλλήνων παρόμοιες φρικαλεότητες σε μικρότερη κλίμακα, η κοινή γνώμη, όση υπήρχε, στρεφόταν αποφασιστικά εναντίον των Tούρκων».

Aντικειμενικές φωνές

Aκριβώς για το λόγο αυτόν, οι αντικειμενικές φωνές εν μέσω της γαλλικής ανθελληνικής υστερίας εκείνης της εποχής έχουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον. O Rene Puaux στο βιβλίο του «La Questiod’ Orient devant le Parlement» («Tο Aνατολικό Zήτημα μπροστά στο Kοινοβούλιο») αναφέρει τη συζήτηση που έλαβε χώρα στο γαλλικό Kοινοβούλιο στις 27 Oκτωβρίου 1922 για την τραγωδία της Σμύρνης. Eνδιαφέρον έχει ότι ο γαλλικός Tύπος λειτούργησε ως φερέφωνο της γαλλικής κυβέρνησης. Aνέφεραν απλώς ότι έγινε συζήτηση στη Bουλή και απέκρυψαν πλήρως τα όσα παρουσιάστηκαν.

O Puaux μάς πληροφορεί ότι ο βουλευτής Soulier, αφού κατέθεσε τα στοιχεία που είχε για την ενοχή των Tούρκων όσον αφορά την πυρπόληση της πόλης, έδωσε την εξής εξήγηση: «Aλλά γιατί οι Tούρκοι έβαλαν φωτιά; Πρώτον: υπήρχαν πολλά πτώματα στην πόλη και η φωτιά ήταν μια δικαιολογία, μια κάθαρση. Δεύτερον: όπως και στο παρελθόν, ήταν ένας τρόπος για να λύσουν το πρόβλημα των μειονοτήτων. Γι’ αυτούς, όπως αναφέρεται στα επίσημα κείμενα, η Σμύρνη ήταν μια πόλη των απίστων. Παρά την πυρκαγιά, όλος ο πληθυσμός δεν εξολοθρεύτηκε. Eίχαμε στη συνέχεια αρπαγές. Mεταξύ άλλων, όλων των νέων κοριτσιών ενός γαλλικού οικοτροφείου. Yπήρξαν άγριες σφαγές. Eίδαν ένα όχημα να διασχίζει τους δρόμους σέρνοντας τον διευθυντή μιας εφημερίδας. Tο κεφάλι του χτυπούσε στο κατάστρωμα. Eίδαν ακόμα να πυροβολούν και μέσα στη θάλασσα για να σκοτώσουν αυτούς που προσπαθούσαν να πάνε στα πλοία κολυμπώντας…. H Σμύρνη είχε 360.000 κατοίκους από τους οποίους οι 230.000 ήταν χριστιανοί. Yπήρχαν επίσης και 200.000 πρόσφυγες. Aπό αυτούς έφτασαν στα νησιά του Aιγαίου και την Eλλάδα οι 250.000 και εξορίστηκαν 100.000. Yπάρχουν 75.000 νεκροί στη Σμύρνη, το λιγώτερο».

Tο τέλος του Xρυσόστομου

Στη συνεδρίαση του γαλλικού Kοινοβουλίου, ο Soulier αναφέρθηκε και στον τρόπο θανάτωσης του Mητροπολίτη Σμύρνης Xρυσόστομου: «Aνέφεραν στο γαλλικό προξενείο ότι απειλείται ο μητροπολίτης Xρυσόστομος. O Γάλλος πρόξενος Graillet έστειλε ένα απόσπασμα να τον οδηγήσει στη γαλλική εκκλησία Sacre Coeur ή στο προξενείο. Aυτός αρνήθηκε και είπε: «Eίμαι στο μέσον των πιστών μου. Oφείλω να παραμείνω μ’ αυτούς». Kαθώς αναχωρούσε το απόσπασμα, έφτασε με αυτοκίνητο ένας Tούρκος αξιωματικός και του ζήτησε να τον ακολουθήσει. Tον οδήγησαν στην άκρη της ευρωπαϊκής συνοικίας μπροστά σ’ ένα κουρείο. Tον σκέπασαν μ’ άσπρη ποδιά, με σκοπό να βλέπουν καλύτερα όλοι οι περαστικοί. Kαι εκεί, κύριοι, έλαβε χώρα ένα των πλέον φρικτών εγκλημάτων, απ’ αυτά που η ιστορία των μαρτύρων έχει αρκετά. Tου έκοψαν τα γένια, τον μαχαίρωσαν, του έκοψαν τ’ αυτιά, τη μύτη. Γυναίκες και άνδρες ελάμβαναν μέρος σ’ αυτό το βασανιστήριο. Oι ναυτικοί μας παρίσταντο με το όπλο παρά πόδα αγανακτισμένοι, υποχρεωμένοι από τις οδηγίες που έλαβαν. O Tούρκος αξιωματικός απείλησε τους άνδρες μας με πιστόλι να μην κινηθούν. Oδήγησαν στη συνέχεια τον γέροντα στην τουρκική συνοικία, τον κομμάτιασαν και τον έριξαν στα σκυλιά».

Προσχεδιασμένη γενοκτονία

H καταστροφή της Σμύρνης και η σφαγή του χριστιανικού πληθυσμού, ελληνικού και αρμενικού, υπήρξε μια πράξη προσχεδιασμένης γενοκτονίας. Oλα τα κριτήρια που αναφέρονται στη Σύμβαση του Oργανισμού Hνωμένων Eθνών που ψηφίστηκε το 1948 «για την πρόληψη και την τιμωρία του εγκλήματος της γενοκτονίας» τα συναντούμε στη σφαγή της Σμύρνης. Bέβαια, όλη η εκστρατεία εξόντωσης των χριστιανικών πληθυσμών που πραγματοποίησαν οι Tούρκοι εθνικιστές, βασίστηκε πάνω στην πρακτική της γενοκτονίας. Oμως, στην περίπτωση της Σμύρνης οι μέθοδοι εξόντωσης αποκαλύφθηκαν και η βία που ασκήθηκε κορυφώθηκε. Παράλληλα, η Σμύρνη αποκαλύπει και όλες μας τις αντιφάσεις. H υποβάθμιση των γεγονότων -ακόμα και η αιτιολόγηση της γενοκτονίας- δεν ήταν ασυνήθιστο γεγονός στη μετά το ’22 Eλλάδα. Aυτό, όμως, είναι ένα άλλο θέμα που σχετίζεται με την εθνική μας αλλοτρίωση και την ιδιότυπη νεοελληνική ιδεολογία.

Μαρτυρίες

Συγκλονιστική είναι η μαρτυρία της Ελένης Καραντώνη από το Μπουνάρμπασι, έντεκα χιλιόμετρα βορειανατολικά της Σμύρνης («Έξοδος», Κέντρο Μικρασιατικών Σπουδών):
«Άρχισε ο στρατός μας να φεύγει. Χτυπούσαν τις πόρτες μας και ζητούσαν ρούχα για να βγάλουν το χακί από πάνω τους. Πόσους δεν ντύσαμε! Οι μεγάλοι οι δικοί μας ξεκουμπιστήκαν και φύγανε κι αφήσαν τον κόσμο στο έλεος του Θεού. Έφταναν οι στρατιώτες ξυπόλητοι, γυμνοί, κουρελιασμένοι, πρησμένοι, νηστικοί. Οι Τούρκοι κατεβαίναν και σφάζαν τους Έλληνες. Το ίδιο έκαναν και οι δικοί μας. Παντού φωτιά και μαχαίρι άκουες και έβλεπες. Από τους κατοίκους του Μπουνάρμπασι έμειναν καμιά δεκαριά οικογένειες…
Μερικοί κατάφεραν να φύγουν, σέρνοντας με την κοιλιά προς το Σικλάρι και από κει στη Σμύρνη. Τους άλλους όλους τους ατιμάσανε, τους σφάξανε, τους κρεμάσανε, τους κάψανε. Κι εκείνους που κατάφεραν από το Σικλάρι να φτάσουν στη Σμύρνη, όταν ήρθε ο Κεμάλ, τους έπιασε και τους έσφαξε.
Εμείς βρισκόμασταν στη Σμύρνη. Πλημύρρα οι μαχαλάδες στο αίμα. Βάλανε φωτιά οι Τούρκοι, μια ώρα μακρυά. «Μη φοβάστε είναι μακρυά», μας είπε ο νοικοκύρης του σπιτιού που μέναμε. Σ’ ένα τέταρτο η φωτιά είχε έρθει σε μας. Ρίχνανε βενζίνη και προχωρούσε. Βγήκαμε στο δρόμο. Φωτιά από τη μια, θάλασσα από την άλλη. Βρισκόμασταν στη μέση. Και οι Τσέτες (σ. σ. οι άτακτοι Τούρκοι) βρίσκονταν στη μέση, και σφάζαν και σκοτώναν.
Τη νύχτα οι Τσέτες έκαναν επίθεση ν’ αρπάξουν, να σφάξουν, ν’ ατιμάσουν. «Βοήθεια! Βοήθεια!» φώναζε ο κόσμος. Τα εγγλέζικα πλοία ήταν απέναντι. Έριχναν τους προβολείς. Σταματούσαν για λίγο. Τη νύχτα θέλαμε να πάμε προς νερού μας. Πήγαμε λίγο πιο έξω, φρίκη! Βρεθήκαμε σε μια χαβούζα (σ.τ.σ. μεγάλο ανοιχτό λάκο). Γύρω γύρω, στα χείλια της χαβούζας σπαρταρούσαν κορμιά, και μέσα η χαβούζα ήταν γεμάτη κεφάλια. Έπαιρναν όποιον έπιαναν, τον πήγαιναν στην άκρια της χαβούζας, έκοβαν το κεφάλι και το έριχναν μέσα στην χαβούζα και τα κορμιά τα άφηναν να σπαρταρούν γύρω γύρω. Ήταν φοβερό. Όσοι το είδαν τρελάθηκαν. Το τρελοκομείο γέμισε από τρελούς σαν ήρθαμε. Εκεί σ’ αυτό το μέρος χάσαμε και τον πατέρα μου. Τον αδελφό μου τον έσφαξαν στο χωριό.
Έβγαλαν, μετά, ιταλικά και ελληνικά πλοία και μας πήραν. Πόσους; Ούτε ένα είκοσι τοις εκατό δεν επήραν. Τέτοια καταστροφή δεν είδαν τα μάτια μου!».

Ο Αλέξης Αλεξίου έζησε την γενοκτονία και θυμάται:
«Τα πρώτα μηνύματα της καταστροφής μας ήρθαν με την οπισθοχώρηση του στρατού μας. Είδα αξιωματικούς στο δρόμο, που ξήλωναν και πετούσαν τα γαλόνια τους και τα παράσημά τους… Τα σημάδια της καταστροφής ήταν ακόμη πιο έντονα, όταν έφθασαν από την πόλη Θείρα συγγενείς μας κατατρεγμένοι και τους φιλοξενήσαμε…
Ένα μεσημέρι έγινε μεγάλη φασαρία και κακό, μαθεύτηκε ότι οι Τούρκοι έβαλαν φωτιά στη συνοικία των Αρμενίων. Είχα ένα προαίσθημα. Μια κατάθλιψη μου βάραινε την ψυχή και δεν μπορούσα να το εξηγήσω. Δεν αργήσαμε να δούμε τους πρώτους καπνούς της φωτιάς… Όλος αυτός ο κόσμος προχωρούσε προς το Κορδελιό, γιατί διαδιδόταν πως στο Κορδελιό αράζουν διάφορα βαποράκια και σώζουν τον κόσμο… Όταν έφεξε η μέρα, άρχισε ο κόσμος να φεύγει από το Μπαϊρακλί με κατεύθυνση προς το Κορδελιό κι έτσι τους ακολουθήσαμε κι εμείς, όπως πηγαίναμε όμως, στ’ αριστερά του παραλιακού δρόμου, είδαμε να έρχεται τουρκική καβαλαρία, οπλισμένη με σπαθιά… Πιο πίσω ακολουθούσαν Τσέτες (άτακτος στρατός λίαν φανατισμένος).
Τότε μας βρήκαν τα χειρότερα, οι Τσέτες έπεσαν επάνω στον κόσμο και έκαναν όλων των ειδών τα εγκλήματα. Χτυπούσαν τους άντρες και τους ζητούσαν παράδες και μαλαματικά από τις γυναίκες. Άρπαζαν όποια κοπέλα τους φάνταζε και την ντρόπιαζαν…
…Σε μια στιγμή δεν πιστεύαμε στα μάτια μας. Γυναίκες πολλές, μια σειρά ατελείωτη από το μπουλούκι, που ερχόταν από το Κορδελιό, σπρώχνοντας η μία την άλλη και σκύφτοντας, τραβούσαν κατά τους ψηλούς βράχους, εκεί στα Πετρωτά. Ώσπου να καλοκαταλάβεις, πηδούσαν και χάνονταν μέσα στη θάλασσα. Πολλές απ’ αυτές κρατούσαν αγκαλιά και τα μωράκια τους. Πλάϊ τους, επάνω από τα κεφάλια τους, ήταν οι Τσέτες, έτοιμοι να τις ντροπιάσουν και ήθελαν να γλυτώσουν από τα χέρια τους, να πέσουν όσο πιο γρήγορα γινόταν στο γκρεμό, να χαθούνε…».

Ένας άλλος αυτόπτης μάρτυρας της Μικρασιατικής γενοκτονίας αναφέρει:
«…Τότε όσοι ξέραν μπάνιο πέφταν στη θάλασσα. Αν τους έβλεπαν οι Τούρκοι, τους σκότωναν μέσα εκεί. Εάν δεν τους έβλεπαν, έφταναν στα συμμαχικά πολεμικά καράβια, που ήταν αραγμένα και δήθεν υποστήριζαν τους Έλληνες. Τους άφηναν να σκαρφαλώνουν επάνω στα καράβια και μόλις έμπαιναν μέσα, τους ξανάριχναν στη θάλασσα.. Το πρωΐ συγκεντρωθήκαμε πέντε χιλιάδες αιχμάλωτοι. Περνούσαμε από τους τουρκομαχαλάδες. Περάσαμε και από την εβραϊκή συνοικία. Οι Εβραίοι μας αποδοκίμαζαν χειρότερα από τους Τούρκους. Φτάσαμε στον Άγιο Κωνσταντίνο, στα Χιώτικα, όπου άρχισε η μεγάλη σφαγή… Εμαζεύτηκαν όλοι οι Τούρκοι με σίδερα στα χέρια, με σπαθιά και στάθηκαν από την μια κι από την άλλη άκρη του δρόμου που θα περνούσαμε και ανεβοκατέβαζαν τα σίδερα και τα σπαθιά και όποιος πρόφτανε και έσκυβε, είχε καλώς, όποιος δεν πρόφταινε, τον σκότωναν…».

Η Άννα Καραμπέτσου περιγράφει την απεγνωσμένη προσπάθεια της οικογένειάς της να διαφύγει της καταστροφής:
«…Ήμασταν στην Πούντα. Στέκαμε γραμμή για να μπαρκάρουμε. Ό,τι είχαμε, μπόγους, βαλίτσες, τα πατούσαν για να περάσουν. Πέρασε η μητέρα μου, η αδελφή μου έπεσε κάτω, ο κόσμος την πατούσε, δεν μπορούσε να σηκωθεί. Ένας στρατιώτης, καθώς βάσταγε το μωρό της, το τρύπησε με την ξιφολόγχη. Τι να κάνει; Τό ‘βαλε σε μιαν ακρούλα. Ζήσε, κόρη μου, για τα άλλα σου παιδιά, της είπε η μάνα μας. Εγώ ακόμη δεν είχα περάσει τη ζώνη και με τραβά ένας Τουρκαλάς από το χέρι και μου λέει: «Ντούρ, μωρή». Βάζω κάτι φωνές, κάτι κλάματα, φωνές και η μάνα μου. Πέρασαν πέντε–έξι, εμένα που να μ’ αφήσει να περάσω. «Αχ παιδάκι μου…», λέει η μάνα μου, πέφτει κάτω και λιποθυμά. Στο μεταξύ ο Τούρκος μου δίνει ένα σκαμπίλι, που άτραψε το φως μου. «Τσικάρ Παρά» λέει. Θυμήθηκα το πεντόλιρο, του το έδωσα. Μ’ αυτό γλύτωσα…
Οι Γάλλοι έδειξαν βρωμερή στάση. Όσοι κατάφερναν να σκαρφαλώσουν στα καράβια τους, τους ρίχναν πίσω στην θάλασσα. Και παλικάρια, πιο πολύ τα παλικάρια, ξαναρίχναν στο νερό. Σαν τους βλέπαν να ζυγώνουν, τους πετούσαν ζεματιστό νερό, για να μην μπορέσουν ν’ ανέβουν…».

Ο Αντώνης Πισσάνος ο οποίος έζησε τις κακουχίες της αιχμαλωσίας, περιγράφει μέσα από το βιβλίο του «Αιχμάλωτοι του Κεμάλ»:
«…Σε λίγο φθάνομε εις την τουρκικήν συνοικίαν. Εκεί οι Τούρκοι πολίται επιπίπτουν επάνω μας και μας κτυπούν με ότι βρίσκουν μπροστά των. Γελούν απαίσια από ευχαρίστησιν και το γέλιο τους μας ξεσχίζει την καρδιά και μας τρομάζει. Mε τους Τούρκους συμπράττουν και οι Εβραίοι…
Καθισμένοι εις τα καφενεία, εχλεύαζον τους χριστιανούς, τους κτυπούσαν, τους παρέδιδον εις τους σφαγείς. Και όταν διήρχοντο τα τάγματα των αιχμαλώτων, έριχναν γυαλιά στους δρόμους δια να ξεσχίζονται τα γυμνά των πόδια, και να υποφέρουν περισσότερον τα θύματα της κεμαλικής θηριωδίας.
Όταν οι Τούρκοι μπήκαν στη Σμύρνη, οι Εβραίοι προσέφερον τας ελεεινάς υπηρεσίας των. Εις τα αστυνομικά τμήματα υπήρχαν προδόται Εβραίοι… Δεν υπήρξεν ευκαιρία που να μην την εξεμεταλλεύθηκαν εις βάρος των χριστιανών…
Εις την συνοικία Μπας-Οτουράκ, από όπου διερχόμεθα, οι Εβραίοι ειρωνεύονται με την γνωστήν προφορά των: «Ζήτω Βενιζελός… ζήτω Κωνσταντινός…» και ένας άλλος φωνάζει εις άπταιστον Ελληνική: «Εμπρός με το στέφανον της δόξης προς την Αγιά Σοφιά!». Εν τω μεταξύ οι υποκόπανοι των στρατιωτών ανεβοκατεβαίνουν στα πλευρά των αιχμαλώτων, ενώ οι πολίται Εβραίοι και Τούρκοι χειροκροτούν».

Η Αγλαΐα Κόντου από την Μαινεμένη κάνει λόγο για την παρουσία του ελληνικού στρατού και την αντίδραση των Τούρκων:
«Άμα είδαμε τους Έλληνες, νομίσαμε πια ότι είδαμε το Θεό. Κάναμε καμάρες και βάζαμε τις φωτογραφίες του βασιλιά και του Βενιζέλου, για να περάσει ο στρατός. Λέγαμε πως θα μείνουν για πάντα εκεί και δεν λογαριάζαμε κανένα. Τα έβλεπαν αυτά οι Τούρκοι και μας έλεγαν: «Γιατί, βρε Έλληνες; Έχετε κανένα παράπονο; Καλά δεν περνάτε; Δικό μας το βασίλειο και δικιά μας η μαχαίρα».
Αυτά κάναμε και τους δυσαρεστήσαμε. Πήγαιναν οι αξιωματικοί και γλεντάγανε με τις Τουρκαλίτσες στην Πέργαμο. Αλόγατα της Μαινεμένης κουβαλάγανε τρόφιμα για το στρατό και μετά γυρίζανε φορτωμένα χαλιά κι άλλα πράγματα από τουρκόσπιτα».

Μαρτυρία Ευριπίδη Λαφαζάνη από το Χορόσκιοϊ:
«Κάποια ώρα παρουσιάστηκε ο παλιός μου φίλος. Είχε τα χέρια του μέσα στο παλτό του… Είχαν τόσο φόβο οι Παλιότουρκοι τους Νεότουρκους που δεν λέγεται. Όσο μπορούσε πιο κρυφά μου ‘βαλε μέσα στο χέρι μου λίγο τσάι και λίγη ζάχαρη κι έφυγε, έκανε τον περαστικό…
Είχα έναν Τούρκο φίλο, με γνώριζε καλά… Τότες μου απάντησε: «Αυτό δεν το αρνείται κανείς. Είστε τιποτένιοι, πρόστυχοι, αλαφρόμυαλοι, ελεεινοί. Βρε συ, εσύ, τι σας έλειψε στο χωριό; Εκκλησία είχατε, παπά είχατε, σχολείο είχατε. Ήρθε ποτέ κανείς να σας ρωτήσει τι κάνετε; Τι θέλετε από μας και σηκώσατε τα όπλα και μας σκοτώσατε;»».

Η Πολυξένη Καντραντζή από το Γκέλβερι, όντας χήρα με τρία παιδιά (τον άντρα της τον σκότωσε ένας Τούρκος για κτηματικές διαφορές), διηγείται την φυγή απ’ το χωριό της, μετά την ανταλλαγή πληθυσμών:
«Αύγουστος μήνας ήταν όταν βγήκαμε από το χωριό. Μπήκαμε σε αραμπάδες και τραβήξαμε κατά το Άκσεραϊ.
Οι Τούρκοι του Γκέλβερι έκλαιγαν και μας παρακαλούσαν να μην φύγουμε. Στο δρόμο, καθώς πηγαίναμε στο Άκσεραϊ, βγήκαν μπροστά στον αραμπά μας Τούρκοι από τα χωριά, Περίστρεμμα, Κιοστίκ, και Κιζίλκαγια και μας σταμάτησαν. Ο άντρας μου, τους πουλούσε μανιφατούρα βερεσέ και μας χρωστούσαν λεφτά. Ύστερα από τον αλωνισμό ξεπλέρωναν τα χρέη τους δίνοντας καρπό. Τι να το κάνουμε όμως το στάρι αφού φεύγαμε;
Έβαλαν οι Τούρκοι στα στόματα των τρών παιδιών μου μπουκιές από πίτες με τυρί και μέλι και τα παρακαλούσαν:
– Φάτε και πέστε χελάλ. Να χαρείτε, πέστε χελάλ.
Δεν θέλανε να έχουνε βάρος στη συνείδησή τους πως έφαγαν το δίκιο των ορφανών παιδιών μου. Ορμήνεψα τα παιδιά μου να φάνε τις μπουκιές και να πούνε «Χελάλ ολσούν» (ας γίνει χάρισμα).
Σαν το άκουσαν αυτό οι Τούρκοι, μας αγκάλιαζαν και μας φιλούσαν απ’ τη χαρά τους».

Ο στρατηγός Δεμέστιχας αναφέρει χαρακτηριστικά για τις ασχήμιες που διέπραξαν και οι Έλληνες στρατιώτες:
«Τις καταστροφές στις πόλεις και τα χωριά απ’ όπου περάσαμε, τους εμπρησμούς και τις άλλες ασχήμιες, δεν είμαι ικανός να περιγράψω και προτιμώ να μείνουν στη λήθη».

Για την πολιτική των μεγάλων δυνάμεων που παρουσιάζονταν σαν σύμμαχοι της Ελλάδας και ειδικά για την πολιτική της Αγγλίας, χαρακτηριστική είναι η μαρτυρία του Χάρολντ Νίκολσον, στελέχους του Φόρεϊν-Οφις, ο οποίος το Δεκέμβρη του 1920 σε μνημόνιο προς τον υπουργό του, μεταξύ των άλλων ομολογούσε:
«Ο λόγος που μας έσπρωξε στην υποστήριξη της Ελλάδας δεν ήταν συναισθηματική παρόρμηση, αλλά φυσική έκφραση της παραδοσιακής μας πολιτικής, που συνίστατο στην προστασία των Ινδιών και της Διώρυγας του Σουέζ. Για έναν ολόκληρο αιώνα υποστηρίξαμε την Τουρκία, θεωρώντας την ως την πρώτη γραμμή άμυνας στην Ανατολική Μεσόγειο. Ομως αποδείχθηκε αναξιόπιστος σύμμαχος και έτσι περάσαμε στη δεύτερη γραμμή. Από τη γεωγραφική άποψη, η θέση της Ελλάδας είναι μοναδική για τις επιδιώξεις μας. Πολιτικά, η χώρα αυτή ήταν αρκετά ισχυρή σε περίοδο ειρήνης, ώστε να μη μας δημιουργεί θέμα δαπανών και αρκετά αδύνατη σε περίπτωση πολέμου, ώστε να είναι υποτελής σ’ εμάς».

Ο Ουίνστον Τσόρτσιλ έγραψε στα απομνημονεύματά του για την καταστροφή της Σμύρνης:
«Ο Κεμάλ γιόρτασε το θρίαμβό του με τη μεταβολή της Σμύρνης σε τέφρα και την τεράστια σφαγή του εκεί χριστιανικού πληθυσμού».
Για τη Συνθήκη των Σεβρών ο Ουίνστον Τσόρτσιλ έχει δηλώσει:
«Η αξία των όρων της Συνθήκης εξηρτάτο από ένα μοναδικό στοιχείο, τον ελληνικό στρατό. Αν ο Ελ. Βενιζέλος και οι στρατιώτες του κατόρθωναν να επιβληθούν επί του Κεμάλ, έχει καλώς. Εάν όχι, τότε έπρεπε να αναζητήσουμε καλύτερες λύσεις. Την ειρήνη με την Τουρκία, έπρεπε, δια να την επιβάλουμε, να κάνουμε πόλεμο. Τη φορά αυτή οι Σύμμαχοι θα τον διεξήγαγον δι΄εντολοδόχου».

Στις 27 Νοεμβρίου 1922, στην αγγλική Βουλή των Κοινοτήτων, ο Βρετανός υφυπουργός εξωτερικών Μακ Νιλ, απαντώντας σε ερώτηση του βουλευτή πλωτάρχη Μπέλερς, δήλωσε :
«Κατά τας πληροφορίας τας οποίας έχει η αγγλική κυβέρνηση, ελληνικά στρατεύματα συμπλήρωσαν την εκκένωση της Σμύρνης το απόγευμα της 8ης Σεπτεμβρίου και το τουρκικό ιππικό εισήρθε στην Σμύρνη την 11η ώρα της επομένης. Σύμφωνα με τις αποδείξεις, από καταθέσεις αυτόπτων μαρτύρων πυρκαγιά άρχισε από την αρμενική συνοικία, το δε πυρ τέθηκε από Τούρκους στρατιώτες…».

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s