Καλά εσύ » . . .» έφυγες νωρίς – Χρόνης Μίσσιος

Και τι θα πει ανάπτυξη, κι ως που πάει αυτή η ανάπτυξη τέλος πάντων; Αυτή η γραμμή που πάει; Έχει κανένα τέλος; Έχει κανένα τέρμα αυτή η γραμμή; Περάσαμε τη βιομηχανική επανάσταση, περάσαμε την επανάσταση την ηλεκτρονική, και το όφελος του ανθρώπου ποιό; Η ποιότητα της ζωής του, το νόημα της ζωής του έχει χαθεί, έχει αλλοτριωθεί! Η ζωή είναι αλλού και ο άνθρωπος ο σημερινός είναι αλλού! Οι περισσότεροι άλλα ζητούν κι άλλα ζούνε, άλλα επιθυμούν και άλλα πραγματοποιούν μέσα στην κοινωνία.

Λόγια του Χρόνη Μίσσιου από τις τελευταίες του συνεντεύξεις

«Και την ιστορία την πουτάνα έτσι τη γράφουνε, και οι αστοί και οι κομμουνιστές: οριζόντια, ισόπεδη. Μιλάνε για λαούς, μιλάνε για μάζες, κανένας απ αυτούς δεν μπόρεσε ποτέ να νοιώσει την ένταση. Το πάθος, την κορύφωση και την πτώση κόσμων ολόκληρων, σ ένα μοναχά εικοσιτετράωρο από τη ζωή του επαναστάτη. Ξέρουν γράμματα, διαβάζουν, γράφουν, και δεν κατάλαβαν ποτέ πως ο κάθε άνθρωπος είναι ένας κόσμος ολόκληρος, είναι μια ολόκληρη ιστορία Δεν ξέρω, αλλά νομίζω πως όταν ο άνθρωπος ξανακαταχτήσει την ανθρωπιά του, όταν ξαναρχίσει να δημιουργεί ανθρώπινο πολιτισμό, να γράφει πια την ιστορία κάθετα, όχι για λαούς και για μάζες, αλλά για τον Παύλο, για τη Ρηνιώ, για την Ελένη, για το μαστρο-Στέφανο τότε μοναχά οι άνθρωποι θα ξέρουν τι κοστίζει η ιστορία, τι κοστίζει η συμμετοχή, τι θα πει η φράση «εκατό χιλιάδες νεκροί» ή «βασανίζεται ένας άνθρωπος σε κάποια ασφάλεια». Τότε οι άνθρωποι θα ξέρουν τι θα πει φυλακή, τι σημαίνουν τα πολιτικά λάθη»

Χρόνης Μίσσιος  Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια

Βιογραφικά στοιχεία  (1930 − 20 Νοεμβρίου 2012)

Γεννήθηκε στην Καβάλα και πρωτοδούλεψε ως καπνεργάτης (το επάγγελμα των γονιών του) σε νεαρή ηλικία. Λόγω ανέχειας δεν κατάφερε να τελειώσει ούτε το Δημοτικό.

Κατά τη διάρκεια της δικτατορίας του Μεταξά δουλεύει ως μικροπωλητής στη Θεσσαλονίκη, ενώ λίγο αργότερα στέλνεται από τον Ερυθρό Σταυρό στα Γιαννιτσά μαζί με άλλα παιδιά, για να γλιτώσουν την πείνα της Κατοχής. Εντάσσεται στην Εθνική Αντίσταση και το 1947 συλλαμβάνεται, βασανίζεται και καταδικάζεται σε θάνατο για τη συμμετοχή του στον εμφύλιο πόλεμο.

Φυλακίζεται ως το 1953 και από το 1962 ζει εξόριστος στη Μακρόνησο και τον Αϊ-Στράτη. Διετέλεσε για κάποιο διάστημα στέλεχος της νεολαίας της ΕΔΑ, μέλος της πενταμελούς γραμματείας της Νεολαίας Λαμπράκη και ιδρυτικό μέλος του ΠΑΜ. Στη φυλακή (Φυλακές Αβέρωφ, Κέρκυρας, Κορυδαλλού) πέρασε και το μεγαλύτερο διάστημα της απριλιανής δικτατορίας. Την περίοδο της καθείρξεώς του μάλιστα έμαθε ουσιαστικά ανάγνωση και γραφή. Αποφυλακίζεται τον Αύγουστο του 1973.

Με τη λογοτεχνία ασχολήθηκε σε μεγάλη ηλικία. Με το πρώτο του βιβλίο το 1985 («Καλά, εσύ σκοτώθηκες νωρίς»), αυτοβιογραφικό κείμενο γραμμένο σε συνειρμική και λαϊκή γλώσσα που εντάσσεται στην παράδοση της απομνημονευματογραφίας, καθιερώθηκε από τους πρώτους μήνες της κυκλοφορίας του ως συγγραφέας στη συνείδηση κριτικής και κοινού. Μετέτρεψε την οδυνηρή πολιτική του εμπειρία σε ζωντανό λογοτεχνικό μύθο, καταγγέλλοντας τόσο τα βασανιστήρια και τους βασανιστές του όσο και τους κομματικούς γραφειοκράτες της Αριστεράς και τον δογματισμό τους. Η αμεσότητα του προφορικού του λόγου, που προδίδει μια γνήσια λαϊκή αφήγηση, όπως και η γεμάτη εκπλήξεις πλοκή του, θα επιτρέψουν στον Μίσσιο να υπερβεί το στενό πλαίσιο του αριστερού απομνημονεύματος και να φιλοτεχνήσει μια μυθιστορηματική αυτοβιογραφία με έντονα πολιτικό λόγο.

«Στα επόμενα βιβλία του ο Μίσσιος θα διατηρήσει τη θερμότητα των αισθημάτων του, μεταδίδοντας το ανθρωπιστικό του μήνυμα για έναν καλύτερο και δικαιότερο κόσμο χωρίς καμία ιδεολογική διόπτρα: από τα «Χαμογέλα, ρε… τι σου ζητάνε» (1988) και «Τα κεραμίδια στάζουν» (1991) μέχρι τα «Το κλειδί είναι κάτω από το γεράνι» (1996) και «Ντομάτα με γεύση μπανάνας» (2001)«.

Ο Μίσσιος υπήρξε εμπνευστής μιας λογοτεχνίας που παρά τον σκληρό κόσμο τον οποίο απεικονίζει, δεν χάνει ποτέ την αισιοδοξία και την πίστη της στις δημιουργικές δυνάμεις του ανθρώπου, ο οποίος είναι ικανός υπό συνθήκες ελευθερίας να ζήσει σε μια δημοκρατία που θα εγγυάται τόσο τα ατομικά δικαιώματα όσο και την ευδαιμονία της κοινότητας.

Συμετείχε σε ενέργειες προστασίας του περιβάλλοντος, ενώ πραγματοποίησε και τηλεοπτικές εκπομπές με θέμα την προστασία της ελληνικής πανίδας. Τα τελευταία χρόνια ζούσε σχεδόν σαν ερημίτης στο Καπανδρίτι με την σύντροφό του Ρηνιώ και τα σκυλιά τους σε ένα αγροτόσπιτο.

Σε μια από τις τελευταίες του συνεντεύξεις είχε δηλώσει: «Για πρώτη φορά ζω σε μια κοινωνία που δείχνει να έχει πάθει εγκεφαλικό. Δεν αντιδρά με τίποτα».

Για την κρίση: είναι πολυεπίπεδη, δεν είναι μονάχα οικονομική. Ουσιαστικά είναι κρίση αξιών και χρεοκοπίας του λογοκρατούμενου και τεχνοκρατικού πολιτισμού μας».

Για την οικολογία και την πράσινη ανάπτυξη:«Είναι δυνατόν να μιλάμε για οικολογία και πράσινη ανάπτυξη και να έχουμε την εκμετάλλευση του ανθρώπου από άνθρωπο;».

Η οικολογία είναι επαναστατική, με την έννοια ότι στοχεύει να καταργήσει όλες τις αρνητικές δομές της κοινωνίας. Είναι η μόνη επανάσταση, θα λέγαμε, η οποία δε φέρει εξουσία και δεν εδραιώνει καμία εξουσία. Και ξέρουμε από την ιστορία ότι και τα πιο ωραία, τα πιο όμορφα, τα πιο ρομαντικά όνειρα των επαναστατών, σκοτώθηκαν από την εξουσία. Αυτή ήταν η αιτία της καταστροφής. Αυτή είναι η αιτία που μετατρέπει τα όνειρα σε εφιάλτη.

(…)

Και τι θα πει ανάπτυξη, κι ως που πάει αυτή η ανάπτυξη τέλος πάντων; Αυτή η γραμμή που πάει; Έχει κανένα τέλος; Έχει κανένα τέρμα αυτή η γραμμή; Περάσαμε τη βιομηχανική επανάσταση, περάσαμε την επανάσταση την ηλεκτρονική, και το όφελος του ανθρώπου ποιό; Η ποιότητα της ζωής του, το νόημα της ζωής του έχει χαθεί, έχει αλλοτριωθεί! Η ζωή είναι αλλού και ο άνθρωπος ο σημερινός είναι αλλού! Οι περισσότεροι άλλα ζητούν κι άλλα ζούνε, άλλα επιθυμούν και άλλα πραγματοποιούν μέσα στην κοινωνία.

Για την τεχνολογία:Με την τεχνολογία, έχουμε χάσει πολύτιμες γνώσεις από την εμπειρία του ανθρώπου, που εξασφάλισαν την επιβίωσή του στον πλανήτη για εκατομμύρια χρόνια. Σήμερα η γνώση μας έρχεται απ’ το μέλλον, δεν έρχεται από το παρελθόν!

Για την παιδεία: «Μη γελιόμαστε. Υπάρχει εκπαίδευση. Άλλο πράγμα η παιδεία και άλλο πράγμα η εκπαίδευση. Σήμερα, λοιπόν τα παιδιά εκπαιδεύονται. Γιατί; Για να βρούνε τη μηχανή του κέρδους».

Για τους εμπνευσμένους ηγέτες: «Πιστεύω πολύ ότι σε μια κοινότητα, η συλλογική μνήμη είναι πολύ πιο ασφαλής και πιο ισχυρή από οποιονδήποτε ηγέτη».

Για την εξουσία: «Είναι το χειρότερο, το πιο τρομακτικό εφεύρημα του ανθρώπου. Στην πορεία τής ανθρώπινης ιστορίας, οι μόνοι που έσωσαν την αθωότητα τους ήταν αυτοί που σκοτώθηκαν νωρίς, πριν γίνουν εξουσία».

Πέθανε σε ηλικία 82 ετών σε ιδιωτικό νοσηλευτήριο της Αθήνας μετά από μάχη με τον καρκίνο.

Η ιστορία ενός τίτλου που έγινε σύνθημα

To «Καλά, εσύ σκοτώθηκες νωρίς» και η εγγραφή του στην ελληνική κοινωνία από την Αριστερά ως τη γενιά του Facebook

ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ:  25/11/2012 05:45 από «ΤΟ ΒΗΜΑ»

. . . Είκοσι επτά χρόνια μετά την έκδοση του Καλά, εσύ σκοτώθηκες νωρίς (εκδόσεις Γράμματα), ο τίτλος του πρώτου βιβλίου του Χρόνη Μίσσιου, που πέθανε πρόσφατα,  έχει αποκτήσει αυτόνομη ζωή. Εγινε σύνθημα στους τοίχους  και σλόγκαν στα μπλουζάκια.  Πέρασε στη γλώσσα ως παροιμιώδες καλοτύχισμα για όποιον έφυγε μέσα στην αθωότητά του και δεν είδε τα οράματά του να ματαιώνονται. Το 1985 όμως ήταν ο τίτλος ενός βιβλίου που ξάφνιασε, που σόκαρε, που έγινε το βιβλίο της χρονιάς.

Η κυκλοφορία του διαδόθηκε από στόμα σε στόμα και μέσα σε λιγότερο από έναν χρόνο έκανε 13 εκδόσεις. Στις λίστες των μπεστ σέλερ που δημοσίευε τότε το περιοδικό «Διαβάζω» ήταν για μήνες στην πρώτη θέση και υποχώρησε στη δεύτερη τον Ιούλιο του 1986, από την Αβάσταχτη ελαφρότητα του είναι του Κούντερα. Το ίδιο καλοκαίρι αποσπάσματά του μεταφρασμένα στα γαλλικά δημοσιεύθηκαν στον «Monde Diplomatique». Ο Κωστάς Γαβράς σκεφτόταν να το γυρίσει ταινία.
Το Καλά, εσύ σκοτώθηκες νωρίς ήταν στην πολιτική συζήτηση, στην καθημερινή κουβέντα, στις στήλες των εφημερίδων και στις σελίδες των λογοτεχνικών περιοδικών.

Για τους ορθόδοξους αριστερούς ο Μίσσιος έγινε κόκκινο πανί. Για τους «ανανεωτές» εκείνος που έδωσε φωνή στις αμφισβητήσεις τους με το όχημα της λογοτεχνίας και με το δικαίωμα της μαρτυρίας. Για τους περισσότερους, που δεν γνώριζαν τον γιο των καπνεργατών από τα Ποταμούδια της Καβάλας, ήταν ο απλός λαϊκός αφηγητής, που παράτησε το σχολείο στη Β΄Δημοτικού και έμαθε γράμματα  στη φυλακή. Το αφήγημά του, σε πρώτο πρόσωπο και ύφος οικείο, σαν συζήτηση παλιόφιλων στην ταβέρνα, είχε τον παλμό του προφορικού λόγου και αποκαθήλωνε τον καθωσπρεπισμό της λογοτεχνικής έκφρασης με μια γλώσσα ελευθερόστομη και αψιά. Τα επεισόδια ήταν τραγικά, μα ο συγγραφέας ήξερε να ανακουφίζει από τις επώδυνες διηγήσεις με χιούμορ τρυφερό.

Γενναιόδωρη υπήρξε μαζί του και η κριτική. Ο Αγγελος Ελεφάντης στον «Δεκαπενθήμερο Πολίτη» επαινεί την επιτυχημένη απόδοση του κλίματος μιας πικρής εποχής. Ο Μανόλης Αναγνωστάκης στην «Αυγή» τονίζει: «Μιλάμε για λογοτεχνία και όχι για χρονογραφία». Ο Χρήστος Λάζος στο «Αντί» αναδεικνύει τη στερεή αρχιτεκτονική της αφήγησης από φυλακή σε φυλακή και την ευφυή χρήση του αφηγηματικού χρόνου. Ο Σπύρος Τσακνιάς στη «Λέξη» θαυμάζει τη λειτουργικότητα της γλώσσας και αποκαλεί το κείμενο «ένα λαμπρό δείγμα γραφής κι ένα συγκλονιστικό αφήγημα πέρα από ειδολογικές κατατάξεις».

. . . Μόλις έκλεινε η φυλακή κι ετοιμαζόμασταν να φάμε, γκράγκα γκρούγκα οι σιδεριές, πλακώνανε τα καρακόλια. Ξέραμε ότι έρχονται να πάρουν για εκτέλεση. Άνοιγαν, που λες, το κελί απ’ το οποίο ήθελαν να πάρουν κάποιον, μας είχαν παστωμένους πέντ’ έξι σε κάθε κελί, που ήταν φτιαγμένο για έναν άνθρωπο, άσ’ τα, άνοιγαν που λες το κελί, στέκονταν στην πόρτα, και μας κοιτάζανε. Όλοι τώρα ήμαστε μελλοθάνατοι, ε; και ξέραμε ότι κάποιον από μας θα πάρουν. Κοιτάζανε που λες μια το χαρτί και μια εμάς… Αυτή η ιστορία μπορεί να κράταγε από πέντε λεπτά ως και ένα τέταρτο. Ύστερα, αφού έκριναν πως σιτέψαμε, λέγανε, ας πούμε, Γιώργο, έλα -μας ήξεραν, βλέπεις, και με τα μικρά μας ονόματα, οι χαμούρες. Τέλος, σηκωνόταν να πούμε ο Γιώργος, άφηνε το γράμμα του -όλοι μας είχαμε ένα γράμμα έτοιμο για τους δικούς μας- αγκαλιαζόμασταν, φιλιόμασταν, και την ώρα που έβγαινε από την πόρτα λέγανε, για στάσου μια στιγμή, α, λάθος, δεν είσαι συ, είναι ο Παύλος… Χαμούρες, σου λέω, εντελώς άνανδροι. Άλλες φορές πάλι, γράφανε σ’ ένα χαρτάκι τα ονόματα αυτών που θα ‘παιρναν το βράδυ για εκτέλεση, το έδεναν σ’ ένα σπαγκάκι και το ‘σερναν μέσα στο προαύλιο. Όλοι ήμασταν θανατηφόροι. Ε, άντε να μη συρθείς από πίσω να δεις αν είναι τ’ όνομά σου γραμμένο στο χαρτάκι… Εμείς φεύγαμε από το προαύλιο και κλεινόμασταν στα κελιά μας. Κι όμως, αυτοί οι άνθρωποι είχαν παιδιά, είχαν φίλους, αγαπούσαν ίσως κάποιους ανθρώπους… Τι να πεις…

ΧΡΟΝΗΣ ΜΙΣΣΙΟΣ “…ΚΑΛΑ, ΕΣΥ ΣΚΟΤΩΘΗΚΕΣ ΝΩΡΙΣ” Εκδόσεις ΓΡΑΜΜΑΤΑ

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s