Guantanamera – ένα από τα πιο δημοφιλή ποδοσφαιρικά κομμάτια όλων των εποχών

Γουανταναμέρα!

Χωριατοπούλα από το Γουαντάναμο!
…………………………………………………

Είμαι ένας άνθρωπος ειλικρινής,

από εκεί που φυτρώνουν οι φοίνικες.

και πριν πεθάνω,
θέλω να τραγουδήσω
τους στίχους της ψυχής μου.
……………………………………………………….

Μεγαλώνω ένα λευκό τριαντάφυλλο,

τον Ιούνιο, σαν νά ‘ταν γενάρης.
για τον αληθινό φίλο
που είναι δίπλα μου

Guantanamera είναι ο τίτλος δημοφιλούς τραγουδιού που βασίζετια στη γουαχίρα (φλαμένκο) μελωδία της κουβανέζικης μουσικής. Οι στίχοι του είναι παρμένοι από τον κύκλο τραγουδιών Versos Sencillos (απλά στιχάκια) του κουβανού εθνικού ήρωα Χοσέ Μαρτί. Δημιουργήθηκε αυθόρμητα στα 1929-35 όταν ο José Fernández Díaz στο μικρόφωνο του ραδιοφώνου αυτοσχεδίαζε ενώ παρουσίαζε τα τρέχοντα γεγονότα της ημέρας, τα λεγόμενα Décimas, ενώ επαναλάμβανε εν είδη ρεφρέν Guantanamera, Guajira Guantanamera.

Γεννημένος το 1908, ο Fernández άρχισε να δουλεύει από πολύ μικρός πουλώντας εφημερίδες, γυαλίζοντας παπούτσια και τραγουδώντας στο δρόμο.

«Guajira» σε ελεύθερη μετάφραση θα πει «αγρότισσα» ενώ ταυτόχρονα είναι και το όνομα ενός δημοφιλούς είδους κουβανέζικης μουσικής του οποίου ο ρυθμός εναλλάσσεται μεταξύ 6/8 και 3/4 και οι στίχοι αφηγούνται συχνά θέματα της υπαίθρου.

Λέγεται ότι συνέθεσε το «Guantanamera» για χάρη μιας γυναίκας από το Γκουαντανάμο, πόλη και επαρχία της νοτιοανατολικής Κούβας (σ.σ. δεν θα πρέπει να συγχέεται με τον Κόλπο του Γκουαντανάμο που φιλοξενεί τη διαβόητη ναυτική βάση των ΗΠΑ). Το «Guantanamera» αποτελείται από αυτοσχεδιαστικά κομμάτια ενώ το ρεφρέν λέει: «Guantanamera, guajira guantanamera».

Συνέχεια

Advertisements

Δεν υπάρχει τίποτα πιο ελκυστικό για τον άνθρωπο απ’ την ελευθερία της συνείδησής του, μα δεν υπάρχει και τίποτα πιο βασανιστικό

Αποσπάσματα από το βιβλίο του Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι, Αδελφοί Καραμάζοφ.

ΘΕΛΕΙΣ ΝΑ ΠΑΣ ΣΤΟΝ ΚΟΣΜΟ ΚΑΙ ΠΗΓΑΙΝΕΙΣ Μ’ ΑΔΕΙΑΝΑ ΤΑ ΧΕΡΙΑ, με κάποια υπόσχεση ελευθερίας που οι άνθρωποι με την ηλιθιότητά τους και με την έμφυτή τους διαφθορά δεν μπορούν ούτε καν να την κατανοήσουν, που τη φοβούνται και τη σκιάζονται γιατί τίποτα και ποτέ δεν υπήρξε για τον άνθρωπο και την ανθρώπινη κοινωνία πιο αφόρητο απ’ την ελευθερία!

saida-afonina-st-kiril-of-white-lake

«Δεν υπάρχει τίποτα πιο ελκυστικό για τον άνθρωπο απ’ την ελευθερία της συνείδησής του, μα δεν υπάρχει και τίποτα πιο βασανιστικό»

Συνέχεια

Στ. Ξαρχάκος & Βαγγ. Γκούφας, Βαρκαρόλα (Α. Μπάλτσα)

Μουσική: Σταύρος Ξαρχάκος, Στίχοι: Βαγγέλης Γκούφας

Ἀφήγηση – Γιῶργος Σεφέρης

Αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος πηγαίνει κλαίγοντας
Κανεὶς δὲν ξέρει νὰ πεῖ γιατί
Κάποτε νομίζουν πὼς εἶναι οἱ χαμένες ἀγάπες
Σὰν κι αὐτὲς ποὺ μᾶς βασανίζουνε τόσο
Στὴν ἀκροθαλασσιὰ τὸ καλοκαίρι μὲ τὰ γραμμόφωνα

Οἱ ἄλλοι ἄνθρωποι φροντίζουν τὶς δουλειές τους
Ἀτέλειωτα χαρτιὰ παιδιὰ ποὺ μεγαλώνουν
Γυναῖκες ποὺ γερνοῦνε δύσκολα
Αὐτὸς ἔχει δυὸ μάτια σὰν παπαροῦνες
Σὰν ἀνοιξιάτικες κομμένες παπαροῦνες
Καὶ δυὸ βρυσοῦλες στὶς κόχες τῶν ματιῶν

Πηγαίνει μέσα στοὺς δρόμους ποτὲ δὲν πλαγιάζει
Δρασκελώντας μικρὰ τετράγωνα στὴ ράχη τῆς γῆς
Μηχανὴ μιᾶς ἀπέραντης ὀδύνης
Ποὺ κατάντησε νὰ μὴν ἔχει σημασία

 

Ἄλλοι τὸν ἄκουσαν νὰ μιλᾶ μοναχὸ καθὼς περνοῦσε
Γιὰ σπασμένους καθρέφτες πρὶν ἀπὸ χρόνια
Γιὰ σπασμένες μορφὲς μέσα στοὺς καθρέφτες
Ποὺ δὲν μπορεῖ νὰ συναρμολογήσει πιὰ κανεὶς
Ἄλλοι τὸν ἄκουσαν νὰ λέει γιὰ τὸν ὕπνο
Εἰκόνες φρίκης στὸ κατώφλι τοῦ ὕπνου
Τὰ πρόσωπα ἀνυπόφορα ἀπὸ τὴ στοργή

Τὸν συνηθίσαμε εἶναι καλοβαλμένος κι ἥσυχος
Μονάχα ποὺ πηγαίνει κλαίγοντας ὁλοένα
Σὰν τὶς ἰτιὲς στὴν ἀκροποταμιὰ ποὺ βλέπεις ἀπ᾿ τὸ τρένο
Ξυπνώντας ἄσχημα κάποια συννεφιασμένη αὐγὴ

Τὸν συνηθίσαμε δὲν ἀντιπροσωπεύει τίποτα
Σὰν ὅλα τὰ πράγματα ποὺ ἔχετε συνηθίσει
Καὶ σᾶς μιλῶ γι᾿ αὐτὸν γιατί δὲ βρίσκω τίποτα
Ποὺ νὰ μὴν τὸ συνηθίσατε
Προσκυνῶ

 

Το πραγματικό μυστήριο του κόσμου είναι το ορατό, όχι το μη ορατό.

Malèna – Ennio Morricone, Monica Bellucci, Giuseppe Tornatore

“Ζούμε τη ζωή μια φορά κι αυτό είναι το μόνο που ευτυχώς αγνοούν τα παιδιά και δυστυχώς ξεχνούν οι μεγάλοι.” (II)

Μας αρκεί η αναίδεια της αφέλειας, για να προσεγγίσουμε την ιδιοφυή πρωτοτυπία των παιδιών, την αυθεντική έκφραση σε κάθε μορφή της τέχνης και της επιστήμης, την γνήσια αποθέωση της απλότητας στη “πρωτόπλαστη” διάστασή της.

Κι ύστερα τι; Θα επιστρέψουμε στη ζωή και τις καθημερινές ασχολίες, τα προβλήματα και την αναμενόμενη ζωή; Μπορεί. Ισως πάλι, βρεθούμε καθισμένοι σ’ ένα βαγόνι με προορισμό τον κοσμό των ανθρώπων.
“Εχω αφήσει πολλά εκεί κάτω, πάρα πολλά. Όλα χάθηκαν.
Καθόμουν στο βαγόνι και σκεφτόμουν: Τώρα πάω στους ανθρώπους.
Ίσως-ίσως να μην ξέρω τίποτα. Ωστόσο αρχίζει για μένα μια καινούργια ζωή.” (III)

Όπως και ‘να χει , όποιο δρόμο κι αν ακολουθήσουμε σ’ όποιο ταξίδι κι αν βρεθούμε έτσι ελεύθεροι και αφελείς θα έχουμε επίγνωση του αναπόφευκτου, του βέβαιου. Θα ξέρουμε πως μόνον έτσι θα είμαστε ελεύθεροι από αυτό. Θα αγνοούμε ταξίδι και προορισμό. Σχέδιο, όραμα και προσδοκία.

Με την αναίδεια της αφέλειας και την επίγνωση του αναπόφευκτου στη θάλασσα της καθαρής αλήθειας.

“και τι σημασία έχει που όλα αυτά είναι αρρώστια; – κατέληξε. – τι σχέση έχει που αυτή η υπερένταση δεν είναι φυσιολογική, αφού είναι το ίδιο τ’ αποτέλεσμα, αυτή η στιγμή που νοιώθω έτσι, όταν τη θυμάμαι και τη διερευνώ σε κατάσταση υγείας πια, αποδεικνύεται πως έχει μιαν αρμονία φτασμένη στο ανώτατο σημείο της, είναι η ίδια η ομορφιά, αφού μου δίνει μιαν αίσθηση πληρότητας που ούτε ξανάκουσα ούτε μπορούσα ποτέ μου να φανταστώ ως τα τότε, μιαν αίσθηση πληρότητας, μέτρου, ειρήνευσης και παλλόμενης θρησκευτικής ταύτισης με την Πανουσία της ζωής;” (V) Συνέχεια

Το διάδημα του φεγγαριού στο μέτωπο της νύχτας -Οδυσσέας Ελύτης

 

ΕΠΤΑ ΝΥΧΤΕΡΙΝΑ ΕΠΤΑΣΤΙΧΑ

Ι
Όνειρα κι όνειρα ήρθανε
Στα γενέθλια των γιασεμιών
Νύχτες και νύχτες στις λευκές
Αϋπνίες των κύκνων

Η δροσιά γεννιέται μες στα φύλλα
Όπως μες στον απέραντο ουρανό
Το ξάστερο συναίσθημα.

II
Ευνοϊκές αστροφεγγιές έφεραν τη σιωπή
Και πίσω απ’ τη σιωπή μια μελωδία παρείσαχτη
Ερωμένη
Αλλοτινών ήχων γόησσα

Μένει τώρα ο ίσκιος που ατονεί
Και η ραϊσμένη εμπιστοσύνη του
Και η αθεράπευτη σκοτοδίνη του — εκεί.

III
Όλα τα κυπαρίσσια δείχνουνε μεσάνυχτα
Όλα τα δάχτυλα
Σιωπή

Έξω από τ’ ανοιχτό παράθυρο του ονείρου
Σιγά σιγά ξετυλίγεται
Η εξομολόγηση
Και σαν θωριά λοξοδρομάει προς τ’ άστρα!

ΑΝΕΜΟΣ ΤΗΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ

Σε μια παλάμη θάλασσας γεύτηκες τα πικρά χαλίκια
Δύο η ώρα το πρωί περιδιαβάζοντας τον έρημο Αύγουστο
Είδες το φως του φεγγαριού να περπατεί μαζί σου
Βήμα χαμένο. Ή αν δεν ήτανε η καρδιά στη θέση της
Ήταν η θύμηση της γης με την ωραία γυναίκα
Η ευχή που λαχτάρησε μέσ’ απ’ τους κόρφους του βασιλικού
Να τη φυσήξει ο άνεμος της Παναγίας!

Ώρα της νύχτας! Κι ο βοριάς πλημμυρισμένος δάκρυα
Μόλις ερίγησε η καρδιά στο σφίξιμο της γης
Γυμνή κάτω από τους αστερισμούς των σιωπηλών της δέντρων

Γεύτηκες τα πικρά χαλίκια στους βυθούς του ονείρου
Την ώρα που τα σύννεφα λύσανε τα πανιά
Και δίχως ήμαρτον κανέν’ από την αμαρτία χαράχτηκε
Στα πρώτα σπλάχνα του ο καιρός. Μπορείς να δεις ακόμη
Πριν απ’ την αρχική φωτιά την ομορφιά της άμμου
Όπου έπαιζες τον όρκο σου κι όπου είχες την ευχή
Εκατόφυλλη, ανοιχτή στον άνεμο της Παναγίας!

Συνέχεια

Η καρδιά μου! – Νίκος Καζαντζάκης


Μια νύχτα είδα ένα όνειρο…
Ήμουν λέει στην άκρα του γιαλού και κοίταζα. Η θάλασσα ήταν κατάμαυρη, όλο τρόμο και χοχλακούσε. Κι από πάνω της ο ουρανός , κατάμαυρος κι αυτός, βαρύς, όλο φοβέρα, κατέβαινε όλο και πιο χαμηλά, λίγο ακόμα και θ’ άγγιζε τη θάλασσα. Αγέρας δε φυσούσε, νέκρα φρικτή, πλάνταζα, δεν μπορούσα να πάρω ανάσα. Κι άξαφνα, στη στενή χαραμάδα που απόμενε λεύτερη, ανάμεσα ουρανού και θάλασσας, άστραψε ένα άσπρο κατάφωτο πανί. Ήταν μια μικρή μικρή βαρκούλα αυτόφωτη, και μέσα στην πλανταγμένη απανεμιά φούσκωνε κάργα το πανί της και προχωρούσε γοργά, βίαια, ανάμεσα στα σκοτάδια. Άπλωσα κατά πάνω της τα χέρια: «Η καρδιά μου!», φώναξα και ξύπνησα.
Βοήθεια μεγάλη στάθηκε τ’ όνειρο ετούτο στη ζωή μου…
Σε δύσκολες στιγμές, όταν όλα γύρα μου σκοτείνιαζαν κι οι πιο ακριβοί μου φίλοι και οι πιο σίγουρες ελπίδες με παρατούσαν, πόσες φορές δεν έκλεινα τα μάτια και δεν έβλεπα ανάμεσα από τα ματοτσίνουρά μου τη βαρκούλα αυτή κι η καρδιά μου έπαιρνε κουράγιο, τινάζουνταν επάνω, όρτσα και μη φοβάσαι!
μου φώναζε κι έσκιζε το σκοτάδι!
___________________________ Νίκος Καζαντζάκης
( απόσπασμα από την «αναφορά στον Γκρέκο» )

Ταξίδια μακρινά // Ο Σαμάνος και τα τρία μονοπάτια

Ο κάθε ένας από εμάς ψάχνει πάντα κάτι στο μονοπάτι του. Υπάρχουν εκείνοι που ψάχνουν τον υλικό πλούτο για να μπορέσουν να αισθανθούν σιγουριά, για να δημιουργήσουν ένα μέλλον δύναμης, εξουσίας και επιτυχίας.
Υπάρχουν εκείνοι που αναζητούν την αγάπη των άλλων, που αποτελείται από την οικογένεια , εκείνη την αγάπη που σε κάνει να αισθάνεσαι καλά με τον κόσμο, γιατί αισθάνεσαι «νορμάλ» και βλέπεις τον εαυτό σου όπως θα ήθελες να σε βλέπουν οι άλλοι.
Τέλος, υπάρχουν και εκείνοι που αναζητούν την εσωτερική γαλήνη και ειρήνη, τον πλούτο της ψυχής, την ηρεμία του νου.
Συνήθως αυτοί οι άνθρωποι μένουν μόνοι.
Τώρα θα αναρωτιέσαι πιο από τα τρία μονοπάτια ακολουθείς εσύ ή πιο από τα τρία αυτά μονοπάτια θα ήθελες να ακολουθήσεις. Συνέχεια

Aπό τον Λύκο της Στέπας του Έρμαν Έσσε

O Φρόυντ έλεγε πως ο πολιτισμός είναι πηγή δυστυχίας. O Έσσε αναρωτιέται γιατί. H απάντησή του είναι ένα ανελέητο μαστίγωμα της αστικής κοινωνίας, καθώς αποδεικνύει ότι ο πολιτισμός της υποκρισίας, του ευνουχισμού, της εκμετάλλευσης και της χρυσωμένης επιφάνειας αλλοτριώνει τη βαθύτερη ουσία του ανθρώπου και σκοτώνει τη γνησιότητα των αισθημάτων του.

 

O ήρωας πασχίζει απεγνωσμένα να ‘ρθει σ’ επαφή με τη βαθύτερη φύση του.

Προσπαθεί να την αναστήσει για να ξαναβρεί τη χαμένη αυτή γνησιότητα αισθημάτων. Tο τίμημα όμως αυτής της εξέγερσης, αυτής της υπέρβασης του μέσου όρου, που σπάει κοινωνικούς συμβιβασμούς και στερεότυπα, είναι η καταδίκη του στην απομόνωση και την απόλυτη μοναξιά. Συνέχεια

Ηδονή είναι να μην πονάει το σώμα και να μην ταράσσεται η ψυχή. «Επίκουρος»

 

Ο φιλόσοφος Επίκουρος που γεννήθηκε στη Σάμο, γιος του Αθηναίου Νεοκλή, ήταν ιδρυτής της Σχολής των Επικουρείων στην Αθήνα. Σε ηλικία 14 ετών άκουσε μαθήματα από τον πλατωνιστή Πάμφιλο. Για τη φιλοσοφική του εξέλιξη έπαιξε ρόλο η σπουδή του (327-324) με δάσκαλο τον Ναυσιφάνη, ο οποίος του δίδαξε την Ατομιστική του Δημόκριτου και τη θεωρία της ηδονής της Κυρηναϊκής Σχολής. Αργότερα ο ίδιος έλεγε ότι όλα όσα ήξερε τα έμαθε μόνος του, γιατί οι δάσκαλοι δεν μπορούσαν να του εξηγήσουν, τί υπήρχε πριν από το χάος, από το οποίο προέκυψε η ζωή.

ancient-greeceΣτα έτη 323-321 ο Επίκουρος ήταν στρατιώτης στην Αθήνα. Το 323 πέθανε ο Μεγαλέξανδρος στη Βαβυλώνα, με αποτέλεσμα το 322 να ξεσηκωθούν οι Αθηναίοι ενάντια στους Μακεδόνες. Ταυτόχρονα ο Αριστοτέλης, φοβούμενος λιντσάρισμα, εγκατέλειψε το «Λύκειο», τη Σχολή που είχε στην Αθήνα και διέφυγε στη Χαλκίδα όπου, μετά από λίγο καιρό, πέθανε. Η προσπάθεια των Αθηναίων για απεξάρτηση από τους Μακεδόνες κατέληξε σε ήττα, οπότε ο πατέρας του Επίκουρου εξεδιώχθη με άλλους Αθηναίους από τη Σάμο και κατέφυγε στον ιωνικό Κολοφώνα. Εκεί εγκαταστάθηκε και ο Επίκουρος, όπου εμβάθυνε σε φιλοσοφικά προβλήματα, στη συνέχεια δίδαξε δε στη Μυτιλήνη και στη Λάμψακο (Ελλήσποντος). Συνέχεια

Στη ζωή μου οι πιο μεγάλοι μου ευεργέτες στάθηκαν τα ταξίδια και τα ονείρατα.>> ΝΙΚΟΣ ΚΑΖΑΝΤΖΑΚΗΣ- ΤΑΞΙ∆ΕΥΤΗΣ

Michalis Nikoloudis/Armenistis:Apo tin Aiolia sti Saitama

Να γυρίζεις τη γης, να βλέπεις – να βλέπεις-  και να μην χορταίνεις- καινούργια χώματα και θάλασσες κι ανθρώπους  και ιδέες, και να τα βλέπεις όλα για πρώτη φορά,  να τα βλέπεις όλα σα για τελευταία φορά, με μακρόσερτη ματιά,  κι έπειτα να σφλανάς τα βλέφαρα και να νιώθεις τα πλούτη να κατασταλάζουν μέσα σου ήσυχα, τρικυμιστά, όπως θέλουν, ωσότου  να τα περάσει  από την ψιλή κρισάρα του ο καιρός,
να κατασταλάξει το ξαθέρι απ’ όλες τις χαρές και τις πίκρες σου – τούτη η αλχημεία της καρδιάς, είναι, θαρρώ μια μεγάλη, αντάξια του ανθρώπου ηδονή.
Το κείμενο είναι απόσπασμα από τον πρόλογο του Νίκου Καζαντζάκη στο βιβλίο  «Ταξιδεύοντας στην Ισπανία».