Aπό τον Λύκο της Στέπας του Έρμαν Έσσε

O Φρόυντ έλεγε πως ο πολιτισμός είναι πηγή δυστυχίας. O Έσσε αναρωτιέται γιατί. H απάντησή του είναι ένα ανελέητο μαστίγωμα της αστικής κοινωνίας, καθώς αποδεικνύει ότι ο πολιτισμός της υποκρισίας, του ευνουχισμού, της εκμετάλλευσης και της χρυσωμένης επιφάνειας αλλοτριώνει τη βαθύτερη ουσία του ανθρώπου και σκοτώνει τη γνησιότητα των αισθημάτων του.

 

O ήρωας πασχίζει απεγνωσμένα να ‘ρθει σ’ επαφή με τη βαθύτερη φύση του.

Προσπαθεί να την αναστήσει για να ξαναβρεί τη χαμένη αυτή γνησιότητα αισθημάτων. Tο τίμημα όμως αυτής της εξέγερσης, αυτής της υπέρβασης του μέσου όρου, που σπάει κοινωνικούς συμβιβασμούς και στερεότυπα, είναι η καταδίκη του στην απομόνωση και την απόλυτη μοναξιά. Συνέχεια

Advertisements

Ηδονή είναι να μην πονάει το σώμα και να μην ταράσσεται η ψυχή. «Επίκουρος»

 

Ο φιλόσοφος Επίκουρος που γεννήθηκε στη Σάμο, γιος του Αθηναίου Νεοκλή, ήταν ιδρυτής της Σχολής των Επικουρείων στην Αθήνα. Σε ηλικία 14 ετών άκουσε μαθήματα από τον πλατωνιστή Πάμφιλο. Για τη φιλοσοφική του εξέλιξη έπαιξε ρόλο η σπουδή του (327-324) με δάσκαλο τον Ναυσιφάνη, ο οποίος του δίδαξε την Ατομιστική του Δημόκριτου και τη θεωρία της ηδονής της Κυρηναϊκής Σχολής. Αργότερα ο ίδιος έλεγε ότι όλα όσα ήξερε τα έμαθε μόνος του, γιατί οι δάσκαλοι δεν μπορούσαν να του εξηγήσουν, τί υπήρχε πριν από το χάος, από το οποίο προέκυψε η ζωή.

ancient-greeceΣτα έτη 323-321 ο Επίκουρος ήταν στρατιώτης στην Αθήνα. Το 323 πέθανε ο Μεγαλέξανδρος στη Βαβυλώνα, με αποτέλεσμα το 322 να ξεσηκωθούν οι Αθηναίοι ενάντια στους Μακεδόνες. Ταυτόχρονα ο Αριστοτέλης, φοβούμενος λιντσάρισμα, εγκατέλειψε το «Λύκειο», τη Σχολή που είχε στην Αθήνα και διέφυγε στη Χαλκίδα όπου, μετά από λίγο καιρό, πέθανε. Η προσπάθεια των Αθηναίων για απεξάρτηση από τους Μακεδόνες κατέληξε σε ήττα, οπότε ο πατέρας του Επίκουρου εξεδιώχθη με άλλους Αθηναίους από τη Σάμο και κατέφυγε στον ιωνικό Κολοφώνα. Εκεί εγκαταστάθηκε και ο Επίκουρος, όπου εμβάθυνε σε φιλοσοφικά προβλήματα, στη συνέχεια δίδαξε δε στη Μυτιλήνη και στη Λάμψακο (Ελλήσποντος). Συνέχεια

Στη ζωή μου οι πιο μεγάλοι μου ευεργέτες στάθηκαν τα ταξίδια και τα ονείρατα.>> ΝΙΚΟΣ ΚΑΖΑΝΤΖΑΚΗΣ- ΤΑΞΙ∆ΕΥΤΗΣ

Michalis Nikoloudis/Armenistis:Apo tin Aiolia sti Saitama

Να γυρίζεις τη γης, να βλέπεις – να βλέπεις-  και να μην χορταίνεις- καινούργια χώματα και θάλασσες κι ανθρώπους  και ιδέες, και να τα βλέπεις όλα για πρώτη φορά,  να τα βλέπεις όλα σα για τελευταία φορά, με μακρόσερτη ματιά,  κι έπειτα να σφλανάς τα βλέφαρα και να νιώθεις τα πλούτη να κατασταλάζουν μέσα σου ήσυχα, τρικυμιστά, όπως θέλουν, ωσότου  να τα περάσει  από την ψιλή κρισάρα του ο καιρός,
να κατασταλάξει το ξαθέρι απ’ όλες τις χαρές και τις πίκρες σου – τούτη η αλχημεία της καρδιάς, είναι, θαρρώ μια μεγάλη, αντάξια του ανθρώπου ηδονή.
Το κείμενο είναι απόσπασμα από τον πρόλογο του Νίκου Καζαντζάκη στο βιβλίο  «Ταξιδεύοντας στην Ισπανία».

Κι ένα τέταρτο μητέρας αρκεί για δέκα ζωές . . .

Η αγάπη της μάνας, απέραντη, ανιδιοτελής, ακούραστη, αγνή, μεγαλόψυχη, ταξιδεύει και μοσχοβολά μέσα στους αιώνες, χωρίς να γνωρίζει χρόνο, τόπο, ηλικία, χωρίς να την επηρεάζουν οι συνθήκες, οι περιστάσεις οι εποχές.

Πάντα ίδια, πάντα αληθινή, γιατί μάνα είναι η ευθύνη που αγρυπνά, η φτερούγα που προστατεύει, η δύναμη που απαρνιέται τον εαυτό της, που ξέρει να συγχωρεί, να δίνει, να υπάρχει παντού και πάντα. Μια παρουσία με κυριαρχικό ρόλο στη ζωή μας, που υπάρχει μέσα μας, ακόμα κι αν έχει φύγει, σαν εικόνα τρυφερή, σαν μυρωδιά, σαν χαμόγελο, σαν χάδι, μια καθοριστική ευεργετική παρουσία! Γιατί μάνα είναι ν’ αγαπάς, αυτό μόνο, χωρίς όρια, χωρίς ανταπόδοση!

Ἀλέξανδρος Παπαδιαμάντης «Στὴν Μητέρα του»

(1874, Λυρικὸ ποίημα ἀφιερωμένο στὴ μάνα του )

Γεωργίου Βερίτη «Μάνα γλυκυτάτη»
(΄Απαντα ΠΟΙΗΜΑΤΑ, Εκδόσεις ΔΑΜΑΣΚΟΣ, Αθήναι, 1968)
“Μάννα μου, ἐγώ ᾽ μαι τ᾽  ἄμοιρο, τὸ σκοτεινὸ τρυγόνι ὁποὺ τὸ δέρνει ὁ ἄνεμος, βροχὴ ποὺ τὸ πληγώνει.

Τὸ δόλιο! ὅπου κι ἂν στραφεῖ κι ἀπ᾽  ὅπου κι ἂν περάσει, δὲ βρίσκει πέτρα νὰ σταθεῖ κλωνάρι νὰ πλαγιάσει.

Ἐγὼ βαρκούλα μοναχή, βαρκούλ᾽ ἀποδαρμένημέσα σὲ πέλαγο ἀνοιχτό, σὲ θάλασσ᾽  ἀφρισμένη, παλαίβω μὲ τὰ κύματα χωρὶς πανί, τιμόνι κι ἄλλη δὲν ἔχω ἄγκουρα πλὴν τὴν εὐχή σου μόνη.

Στὴν ἀγκαλιά σου τὴ γλυκειά, μανούλα μου, ν᾽  ἀράξω μὲς στὸ βαθὺ τὸ πέλαγο αὐτὸ πριχοῦ βουλιάξω.

Μανούλα μου, ἤθελα νὰ πάω, νὰ φύγω, νὰ μισέψω τοῦ ριζικοῦ μου ἀπὸ μακρυὰ τὴ θύρα ν᾽  ἀγναντέψω.

Στὸ θλιβερὸ βασίλειο τῆς Μοίρας νὰ πατήσω κι ἐκεῖ νὰ βρῶ τὴ μοίρα μου καὶ νὰ τὴν ἐρωτήσω.

Νὰ τῆς εἰπῶ: εἶναι πολλά, σκληρὰ τὰ βασανά μου ὡσὰν τὸ δίχτυ ποὺ σφαλνᾶ θάλασσα, φύκια κι ἄμμο εἶναι κι ἡ τύχη μου σκληρή, σὰν τὴv ψυχὴ τὴ µαύρη π᾽ ἀρνήθηκε τὴν Παναγιὰ κι ὁ πόλεος δὲν θά ᾽βρει.

Κι ἐκείνη μ᾽  ἀποκρίθηκε κι ἐκείνη ἀπελογήθη: Ἦτον ἀνήλιαστη, ἄτυχε, ἡ μέρα ποὺ  γεννήθης ἄλλοι ἐπῆραν τὸν ἀνθὸ καὶ σὺ τὴ ρίζα πῆρες ὄντας σὲ ἒπλασ᾽ ὁ Θεὸς δὲν εἶχε ἄλλες μοῖρες”.

 

 

Θέ μου, να κάμω σε Σένα θερμή προσευχή! Θέ μου, η αγάπη Σου ας είν΄ πιο βαθιά, πιο γλυκιά για τη Μάνα!

Μέσα της κάμε ν΄ απλώνεται πάντα η δική Σου γαλήνη, και στις πληγές της καρδιάς της η χάρη Σου βάλσαμο ας γίνη.

Μάνα γλυκύτατη, Μάνα ουρανόσταλτη, ατίμητη Μάνα! δε σε θαμπώνουν απάτες εσένα κι΄ονείρατα πλάνα.

Πάνω στο χρέος ακοίμητη εσύ, νύχτα – μέρα σκυμμένη, τ΄άπειρο ακούς μέσ΄τα χάη μια – μια τις στιγμές να σημαίνη.

Τόσο η ψυχή σου είν΄απλή, που μιλά με τ΄αμίλητα πλάσματα, κι ούτε γελιέσαι ποτέ μ΄όσα φτιάνει το ψέμα φαντάσματα. Μάνα, η στοργή σου μεγάλη κι΄απέραντη όσο η πλάση!

Ποιός θα μπορέση ως βαθιά την καρδιά σου ποτέ να διαβάση; Μάνα, η στοργή σου πασίχαρη σαν τις αχτίδες του ήλιου, μέσ΄στη χαρά του χρυσού προσκαλεί μαγικού σου βασίλειου.

Πώς με βελούδινα δάχτυλ΄αγγίζεις τους πόνους μας και τους γλυκαίνεις Μάνα γλυκύτατη, όλα τα βάσανα συ τ΄απαλαίνεις!

Πάνω απ΄το λίκνο μας σκύβοντας, άγγελε – ώ τη χαρά σου! τα μεταξένια σου απλώνεις φτερά, τα μεγάλα φτερά σου. ΄Ω το γλυκό, τρυφερό σου, μανούλα, κι΄ολόθερμο φίλημα, στου βρεφικού μας ονείρου τ΄αθώο κι΄απλό παραμίλημα!

΄Ω, πώς πονάς όταν βλέπεις εμάς στο κρεββάτι του πόνου, και στους δικούς μας κινδύνους, καλή, πόσα φίδια σε ζώνουν! Πόσες φορές σου τρυπάμε, φτωχή, την καρδιά με μαχαίρι, και πόσες άλλες σηκώσαμε απάνω σου βέβηλο χέρι! Πόσες φορές σ΄ανεβάσαμε απάνω σε ξύλον οδύνης,

δίχως εσύ και μια λέξη πικρή παραπόνου ν΄αφήνης! Κ΄ώ, πόσες άλλες φορές στου φρικτού Γολγοθά μας τα σκότη μόνη σου κλαις, σ΄ένα θρήνο βουβό, τη χαμένη μας νιότη!

΄Ολα μας ταμαθες, Μάνα γλυκύτατη, ατίμητη Μάνα, και με της Πίστης μας τ΄άγιο μας έθρεψες κ΄άφθαρτο μάννα. ΄Ενα κομμάτι χτυσάφι μας έκρυψες μέσα βαθιά μας, να μπουμπουκιάσουν οι ανθοί λαχταράς του καλού στην καρδιά μας.

Μάνα! πού βρήκες την τόση στοργή, την αγάπη την τόση; Μέσ΄στην ψυχή σου απ΄το χέρι του Πλάστη μας έχει φυτρώσει! Μάνα, που πήρες απ΄ όλα τα πλάσματ΄ ανώτερο  θρόνο, άφθαρτη μένει κι΄ ανέγγιχτ’ η δόξα σου μέσα στο χρόνο.

Μεσ΄στην αγκάλη σου, ώ θαύμα! κρατάς το Θεό μας, Μητέρα, κι΄ είσαι απ΄τη γη κι΄απ΄τους κόσμους των άστρων, εσύ, ΠΛΑΤΥΤΕΡΑ!!!

Συνέχεια

Διαφορές ανάμεσα στον Αριστοτέλη και τον Πλάτωνα στην αντίληψή τους για τον Κόσμο, την πολιτική και τη θέση της γυναίκας στην κοινωνία.

Μελετώντας την πορεία της Φιλοσοφίας στον Ελληνικό κόσμο, συναντάμε μεγάλες προσωπικότητες που με τη σκέψη και το έργο τους χάραξαν βαθιά την Ιστορία του Πολιτισμού και επέδρασαν στη διαμόρφωσή του χιλιάδες χρόνια μετά την εποχή τους. Ανάμεσα σ’ αυτούς συγκαταλέγονται ο Πλάτωνας και ο Αριστοτέλης, δύο πραγματικοί γίγαντες της διανόησης και του πνεύματος, που συνδέθηκαν στενά μεταξύ τους, δίδαξαν μεγάλες αλήθειες, αναγνωρίστηκαν και τιμήθηκαν από τις μεταγενέστερες γενιές μέχρι και σήμερα για την προσφορά τους.

ARISTOTLE-VS-PLATO

Στα έργα τους συναντάμε πολλά κοινά σημεία στις απόψεις τους για τη ζωή, τον άνθρωπο, την ηθική, κάτι που άλλωστε είναι φυσικό εφόσον συνδέθηκαν μεταξύ τους ως Δάσκαλος και Μαθητής. Συναντάμε όμως και κάποιες διαφορές στην αντίληψή τους για τον Κόσμο, την πολιτική και τη θέση της γυναίκας στην κοινωνία. Συνέχεια

Η ΛΗΣΜΟΝΗΜΕΝΗ» ΑΠΟ ΤΗΝ «ΕΠΟΧΗ ΤΗΣ ΜΕΛΙΣΣΑΝΘΗΣ»

«Σου σπάσανε τα κόκκαλα τ’ ασθενικά παιδιά μας», αναστροφή του Σολωμικού «Απ’ τα κόκκαλα βγαλμένη των ελλήνων τα ιερά». Οι στίχοι περιλαμβάνονται στο τελευταίο τραγούδι του έργου, «Η εποχή της Μελισσάνθης» που φέρει τον τίτλο «Η λησμονημένη»

Στίχοι, Μουσική : Μάνος Χατζιδάκις

Σηκώθηκεν ο άνεμος
και σκίζει τα πανιά μας
πέφτει η βροχή και μούσκεψε
τα πιο κρυφά όνειρά μας
μα εσύ μικρή τρελή και παραπονεμένη
το `λεγες πως θα γίνουσαν
μικρή λησμονημένη;

Σε πάτησαν τα πόδια μας
σε μάτωσεν η βιά μας
σου σπάσανε τα κόκαλα
τ’ ασθενικά παιδιά μας
κι όταν ξερή κι αναίσθητη σε πέταξαν στο χώμα
ποιος τάχα σε θυμήθηκε
έτσι θλιμμένη
μικρή λησμονημένη;

 

 

 

Η ηχογράφηση είναι από την εποχή της Ν. Υόρκης, προφανώς με τον Χατζιδάκι στο πιάνο, και τη Φλέρυ να ψάλλει συγκλονιστικά την Ελλάδα που τής σπάσανε τα κόκκαλα τ’ ασθενικά παιδιά… Το ενδιαφέρον είναι ότι στην ιδιωτική αυτή ηχογράφηση υπάρχει και μια χορωδία! Το πώς προέκυψε και ποιοί την αποτελούσαν παραμένει ακόμα αναπάντητο. 

 

 

«Η εποχή της Μελισσάνθης» είναι το κατ’ εξοχήν αυτοβιογραφικό έργο του Μάνου Χατζιδάκι, το οποίο ο ίδιος θεωρούσε πολύ σημαντικό γι’ αυτόν.

Θέμα του η απελευθέρωση από τη Γερμανική Κατοχή, για την οποία γράφει ο συνθέτης στο τέλος του σημειώματος του για το έργο:  Συνέχεια

Το άπειρο και τα παράδοξα του Ζήνωνα

Η έννοια του απείρου είναι τόσο αρχαία όσο και η Ιόνιος Φιλοσοφία με το οποίο ασχολήθηκε πρώτη. Το «άπειρο» ανέκαθεν προξενούσε και προξενεί αρκετές δυσκολίες και προβλήματα στον καθορισμό του όπως και στην κατανόησή του. Με την έννοια «άπειρο» εννοούμε συνήθως κάτι το οποίο αντίκειται στο πεπερασμένο, κάτι χωρίς πέρας, κάτι έξω από το οποίο δεν υπάρχει τίποτα, κάτι το οποίο δεν επιδέχεται περαιτέρω αύξηση. Το άπειρο προκάλεσε από την αρχή διαφορές, αντινομίες, πολλές από τις οποίες αποτελούν μέχρι σήμερα αντικείμενο μελέτης.

Zenon_6

Θα αρκεστούμε στα 4 γνωστά σοφίσματα του Ζήνωνα του Ελεάτη (496-429 π.Χ.). Αυτά σήμερα έχουν ιστορική μόνο σημασία.

Συνέχεια

Η μουσική του MOZART έχει θεραπευτικές ιδιότητες;

Στις 27 του Γενάρη του 1756, ένα κυριακάτικο βράδυ, γεννήθηκε ίσως η μεγαλύτερη μουσική ιδιοφυία όλων των εποχών, ο Wolfgang Amadeus Mozart. Η ιδιαιτερότητα του σε σχέση με άλλες μουσικές προσωπικότητες έχει ενδιαφέρον στο ότι η μουσική παιδεία δεν επέδρασε πάνω του με άλλο τρόπο παρά να βγάλει απλά στο φώς γνώσεις που ήταν χαραγμένες στο παιδί αυτό από τη γέννηση του.

mozart13

Στην ηλικία των πέντε ετών τον συνέλαβε ένα βράδυ ο πατέρας του να κάθεται στο γραφείο του σπιτιού με μια πέννα στο χέρι τόσο απορροφημένος απο τη δουλειά του που δεν σήκωνε καν κεφάλι. Οταν τον πλησίασε ο πατέρας του είδε με κατάπληξη πώς είχε γεμίσει με νότες ένα ολόκληρο φύλλο χαρτιού μουσικής.

Ο πατέρας του χωρίς να τον αποπάρει τον ρώτησε χαιδευτικά τι φτιάχνει στο χαρτί. Εκείνος του απάντησε σχεδόν αδιάφορα «γράφω ένα κονσέρτο πιάνο» χωρίς να σηκώσει τα μάτια απο το χαρτί. Ο πατέρας του Λεοπόλδος, μουσικός και ο ίδιος, και οι φίλοι του πήραν το χειρόγραφο και με έκφραση υπέρτατου θαυμασμού διαπίστωσαν ότι ο μικρός είχε γράψει το μουσικό θέμα και μέρος της ανάπτυξης ενός κονσέρτο.

Έτσι έδωσε τα πρώτα δείγματα της μουσικής του μεγαλοφυΐας ο Mozart που στην εφηβική του ηλικία είχε συνθέσει ήδη ένα μεγάλο μέρος των έργων του.

Συνέχεια

Σύμβολο Πίστεως, του Τάσου Λειβαδίτη

(O Tάσος Λειβαδίτης γεννήθηκε στις 20 Aπριλίου του 1922. Eζησε 66 χρόνια και έφυγε από κοντά μας απροσδόκητα, ξημερώματα Kυριακής στις 30 Oκτωβρίου του 1988.Tο 1952 – εκδίδει τα πρώτα του βιβλία «Mάχη στην άκρη της νύχτας» και «Aυτό το αστέρι είναι για όλους μας» και το 1953 δημοσιεύει το «Φυσάει στα σταυροδρόμια του κόσμου», για το οποίο του απονέμεται το πρώτο βραβείο Ποίησης στο Παγκόσμιο Φεστιβάλ Nεολαίας στη Bαρσοβία.
Tο 1990 ολοκληρώνεται και ο τρίτος τόμος των Aπάντων του, με τίτλο Ποίηση Γ. Tην ίδια χρονιά εκδίδεται το έργο που άφησε στο συρτάρι του πριν πεθάνει, «Tα χειρόγραφα του Φθινοπώρου».
Mουσική:Στέφανος Κορκολής,»Grave»(απ’το album,»ΗΛΙΟΣ ΘΑΝΑΤΟΣ»))

Σύμβολο πίστεως, Τάσος Λειβαδίτης

Πιστεύω σε κείνον που χτίζει, κι αγεροκρέμεται μες στον ουρανό, σαν Θεός και κατευνάζει το χάος,

πιστεύω σε κείνον που θερίζει και το δρεπάνι το κυματίζει ολόφωτο σαν τα λαγόνια της αγαπημένης μου,

πιστεύω σε κείνον που αγαπάει, όπως πιστεύω και σε κείνον που μισεί,

πιστεύω σε κείνον που αμαρτάνει και ζητάει με δάκρυα να τον συγχωρέσουν

πιστεύω και σε κείνον που αμαρτάνει και συγχωράει μοναχός τον εαυτό του και προχωράει,

πιστεύω στη μέρα που σου δίνει τα πράγματα μες στο φως

πιστεύω και στη νύχτα που σου ξαναδίνει τα πράγματα μες στην καρδιά σου,

πιστεύω στο αλάτι και στο κάρβουνο, στις μέλισσες με τα παιδιά Συνέχεια

Η καρδιά πονάει όταν ψηλώνει… (Η ποίηση φέρνει την ομορφιά…)

[Νατάσσα Μποφίλιου – Η καρδιά πονάει όταν ψηλώνει – Στίχοι: Ευαγγελάτος Γεράσιμος Μουσική: Καραμουρατίδης Θέμης]μ

Κάθε ομορφιά είναι αιωνιότητα. Ό,τι βλέπω, ό,τι ακούω, ό,τι αγγίζω, χώμα, αέρας, φως, είναι μέρος της αιωνιότητας. Αιωνιότητα δεν είναι ό,τι αντέχει στο χρόνο – γιατί τότε θα’χαν τα πρωτεία οι πολυκατοικίες και οι ουρανοξύστες – αλλά ό,τι σφραγίζει μια στιγμή ανεπανάληπτα…
Λιλή Ζωγράφου

TΑ ΠΑΙΔΙΚΑ ΜΟΥ ΧΡΟΝΙΑ

TΑ ΠΑΙΔΙΚΑ ΜΟΥ ΧΡΟΝΙΑ είναι γεμάτα καλαμιές.
Ξόδεψα πολύν άνεμο για να μεγαλώσω.
Μόνον έτσι όμως έμαθα να ξεχωρίζω τους πιο ανεπαίσθητους συριγμούς,
να ακριβολογώ μες τα μυστήρια.
Μια γλώσσα όπως η ελληνική όπου
άλλο πράγμα είναι η αγάπη και άλλο πράγμα ο έρωτας,
άλλο η επιθυμία και άλλο η λαχτάρα,
άλλο η πίκρα και άλλο το μαράζι,
άλλο τα σπλάχνα και άλλο τα σωθικά.
Με καθαρούς τόνους, θέλω να πω,
που – αλίμονο- τους αντιλαμβάνονται ολοένα λιγότερο
αυτοί που ολοένα περισσότερο
απομακρύνονται από το νόημα ενός ουράνιου σώματος
που το φως του είναι ο αφομοιωμένος μας μόχθος,
έτσι καθώς δεν παύει να επαναστερέφεται κάθε μέρα όλος θάμβος για να μας ανταμείψει.
Θέλουμε – δε θέλουμε,
αποτελούμε το υλικό μαζί και το όργανο μιας αέναης ανταλλαγής
ανάμεσα σ΄αυτό που μας συντηρεί και
σ΄αυτό που του δίνουμε για να μας συντηρεί:
το μαύρο, που δίνουμε, για να μας αποδοθεί λευκό,
το θνησιμαίο, αείζωο.

Και χρωστάμε στη διάρκεια μιας λάμψης την πιθανή ευτυχία μας

Οδυσσέας Ελύτης