Ο στωικός φιλόσοφος αυτοκράτορας Μάρκος Αυρήλιος -Τα «Εις Εαυτόν»-

Ο Μάρκος Αυρήλιος (121 – 180 μ.Χ) ήταν Ρωμαίος αυτοκράτορας. Ήταν ο τελευταίος από τους τελευταίους πέντε καλούς Αυτοκράτορες (Νέρβας, Τραϊανός, Αδριανός, Αντωνίνος, Μάρκος Αυρήλιος) και θεωρείται ένας από τους πιο σημαντικούς στωικούς φιλοσόφους. Η βασιλεία του χαρακτηρίζεται από πολέμους στην Ασία απέναντι στην επανακάμπτουσα Παρθική Αυτοκρατορία και με τις γερμανικές φυλές στη Γαλατία και τον Δούναβη, ενώ σημειώθηκε και μία στάση εναντίον του, στην Ανατολή, από τον Αβίδιο Κάσσιο, η οποία απέτυχε.

Ενώ ήταν στις εκστρατείες μεταξύ του 170 και του 180, ο Μάρκος Αυρήλιος έγραψε «Τα Εις Εαυτόν» στα ελληνικά ως πηγή για τη βελτίωση του χαρακτήρα και του πνεύματός του.

Απόσπασμα από το έργο του Μάρκου Αυρηλίου Τὰ εἰς ἑαυτὸν

Της ανθρώπινης ζωής η διάρκεια όσο μια στιγμή, η ουσία της ρευστή, η αίσθησή της θολή, το σώμα – από τη σύστασή του – έτοιμο να σαπίσει, και η ψυχή ένας στρόβιλος, η τύχη άδηλη, η δόξα αβέβαιη. Με δυο λόγια, όλα στο σώμα σαν ένα ποτάμι, όλα της ψυχής σαν όνειρο και σαν άχνη, η ζωή ένας πόλεμος κι ένας ξενιτεμός,η υστεροφημία λησμονιά.

Ποιο είναι αυτό που μπορεί να μας δείξει τον δρόμο; Ένα και μόνο: η φιλοσοφία! Κι αυτό σημαίνει να φυλάμε τον θεό μέσα μας καθαρό κι αλώβητο, νικητή πάνω στις ηδονές και τους πόνους, να μην κάνουμε τίποτε στα τυφλά, τίποτε ψεύτικα και προσποιητά, να μην εξαρτιόμαστε από το τι θα πράξει ή τι δεν θα πράξει ο άλλος. Κι ακόμη, να αποδεχόμαστε όσα συμβαίνουν κι όσα μας λαχαίνουν σαν κάτι που έρχεται κάπου από κει απ᾽ όπου έχουμε έλθει και εμείς· και πάνω απ᾽ όλα, να περιμένουμε τον θάνατο με γαλήνια διάθεση, θεωρώντας πως δεν είναι τίποτε άλλο παρά η διάλυση των συστατικών στοιχείων από τα οποία είναι συγκροτημένο κάθε ζωντανό πλάσμα.

Πέταξε τα όλα, κράτησε μόνο τούτα τα λίγα· και να θυμάσαι ακόμη ότι καθένας ζει μόνο το παρόν -τούτο το ακαριαίο· τα άλλα ή τα έχει ζήσει πια ή είναι στη σφαίρα του άδηλου. Μικρή λοιπόν η ζωή του καθενός, μικρή και η γωνίτσα της γης όπου την ζει· μικρή ακόμη και η διαρκέστερη υστεροφημία: στηρίζεται κι αυτή σε ανθρωπάκια που διαδέχονται το ένα το άλλο και που αύριο κιόλας θα πεθάνουν και δεν γνωρίζουν ούτε τον εαυτό τους,4 πολύ περισσότερο εκείνον που έχει πεθάνει από καιρό.

μετάφραση Νίκος Σκουτερόπουλος, Στιγμή, 2007

Συνέχεια

Advertisements

Δεν υπάρχει τίποτα πιο ελκυστικό για τον άνθρωπο απ’ την ελευθερία της συνείδησής του, μα δεν υπάρχει και τίποτα πιο βασανιστικό

Αποσπάσματα από το βιβλίο του Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι, Αδελφοί Καραμάζοφ.

ΘΕΛΕΙΣ ΝΑ ΠΑΣ ΣΤΟΝ ΚΟΣΜΟ ΚΑΙ ΠΗΓΑΙΝΕΙΣ Μ’ ΑΔΕΙΑΝΑ ΤΑ ΧΕΡΙΑ, με κάποια υπόσχεση ελευθερίας που οι άνθρωποι με την ηλιθιότητά τους και με την έμφυτή τους διαφθορά δεν μπορούν ούτε καν να την κατανοήσουν, που τη φοβούνται και τη σκιάζονται γιατί τίποτα και ποτέ δεν υπήρξε για τον άνθρωπο και την ανθρώπινη κοινωνία πιο αφόρητο απ’ την ελευθερία!

saida-afonina-st-kiril-of-white-lake

«Δεν υπάρχει τίποτα πιο ελκυστικό για τον άνθρωπο απ’ την ελευθερία της συνείδησής του, μα δεν υπάρχει και τίποτα πιο βασανιστικό»

Συνέχεια

Στ. Ξαρχάκος & Βαγγ. Γκούφας, Βαρκαρόλα (Α. Μπάλτσα)

Μουσική: Σταύρος Ξαρχάκος, Στίχοι: Βαγγέλης Γκούφας

Ἀφήγηση – Γιῶργος Σεφέρης

Αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος πηγαίνει κλαίγοντας
Κανεὶς δὲν ξέρει νὰ πεῖ γιατί
Κάποτε νομίζουν πὼς εἶναι οἱ χαμένες ἀγάπες
Σὰν κι αὐτὲς ποὺ μᾶς βασανίζουνε τόσο
Στὴν ἀκροθαλασσιὰ τὸ καλοκαίρι μὲ τὰ γραμμόφωνα

Οἱ ἄλλοι ἄνθρωποι φροντίζουν τὶς δουλειές τους
Ἀτέλειωτα χαρτιὰ παιδιὰ ποὺ μεγαλώνουν
Γυναῖκες ποὺ γερνοῦνε δύσκολα
Αὐτὸς ἔχει δυὸ μάτια σὰν παπαροῦνες
Σὰν ἀνοιξιάτικες κομμένες παπαροῦνες
Καὶ δυὸ βρυσοῦλες στὶς κόχες τῶν ματιῶν

Πηγαίνει μέσα στοὺς δρόμους ποτὲ δὲν πλαγιάζει
Δρασκελώντας μικρὰ τετράγωνα στὴ ράχη τῆς γῆς
Μηχανὴ μιᾶς ἀπέραντης ὀδύνης
Ποὺ κατάντησε νὰ μὴν ἔχει σημασία

 

Ἄλλοι τὸν ἄκουσαν νὰ μιλᾶ μοναχὸ καθὼς περνοῦσε
Γιὰ σπασμένους καθρέφτες πρὶν ἀπὸ χρόνια
Γιὰ σπασμένες μορφὲς μέσα στοὺς καθρέφτες
Ποὺ δὲν μπορεῖ νὰ συναρμολογήσει πιὰ κανεὶς
Ἄλλοι τὸν ἄκουσαν νὰ λέει γιὰ τὸν ὕπνο
Εἰκόνες φρίκης στὸ κατώφλι τοῦ ὕπνου
Τὰ πρόσωπα ἀνυπόφορα ἀπὸ τὴ στοργή

Τὸν συνηθίσαμε εἶναι καλοβαλμένος κι ἥσυχος
Μονάχα ποὺ πηγαίνει κλαίγοντας ὁλοένα
Σὰν τὶς ἰτιὲς στὴν ἀκροποταμιὰ ποὺ βλέπεις ἀπ᾿ τὸ τρένο
Ξυπνώντας ἄσχημα κάποια συννεφιασμένη αὐγὴ

Τὸν συνηθίσαμε δὲν ἀντιπροσωπεύει τίποτα
Σὰν ὅλα τὰ πράγματα ποὺ ἔχετε συνηθίσει
Καὶ σᾶς μιλῶ γι᾿ αὐτὸν γιατί δὲ βρίσκω τίποτα
Ποὺ νὰ μὴν τὸ συνηθίσατε
Προσκυνῶ

 

Το πραγματικό μυστήριο του κόσμου είναι το ορατό, όχι το μη ορατό.

Malèna – Ennio Morricone, Monica Bellucci, Giuseppe Tornatore

“Ζούμε τη ζωή μια φορά κι αυτό είναι το μόνο που ευτυχώς αγνοούν τα παιδιά και δυστυχώς ξεχνούν οι μεγάλοι.” (II)

Μας αρκεί η αναίδεια της αφέλειας, για να προσεγγίσουμε την ιδιοφυή πρωτοτυπία των παιδιών, την αυθεντική έκφραση σε κάθε μορφή της τέχνης και της επιστήμης, την γνήσια αποθέωση της απλότητας στη “πρωτόπλαστη” διάστασή της.

Κι ύστερα τι; Θα επιστρέψουμε στη ζωή και τις καθημερινές ασχολίες, τα προβλήματα και την αναμενόμενη ζωή; Μπορεί. Ισως πάλι, βρεθούμε καθισμένοι σ’ ένα βαγόνι με προορισμό τον κοσμό των ανθρώπων.
“Εχω αφήσει πολλά εκεί κάτω, πάρα πολλά. Όλα χάθηκαν.
Καθόμουν στο βαγόνι και σκεφτόμουν: Τώρα πάω στους ανθρώπους.
Ίσως-ίσως να μην ξέρω τίποτα. Ωστόσο αρχίζει για μένα μια καινούργια ζωή.” (III)

Όπως και ‘να χει , όποιο δρόμο κι αν ακολουθήσουμε σ’ όποιο ταξίδι κι αν βρεθούμε έτσι ελεύθεροι και αφελείς θα έχουμε επίγνωση του αναπόφευκτου, του βέβαιου. Θα ξέρουμε πως μόνον έτσι θα είμαστε ελεύθεροι από αυτό. Θα αγνοούμε ταξίδι και προορισμό. Σχέδιο, όραμα και προσδοκία.

Με την αναίδεια της αφέλειας και την επίγνωση του αναπόφευκτου στη θάλασσα της καθαρής αλήθειας.

“και τι σημασία έχει που όλα αυτά είναι αρρώστια; – κατέληξε. – τι σχέση έχει που αυτή η υπερένταση δεν είναι φυσιολογική, αφού είναι το ίδιο τ’ αποτέλεσμα, αυτή η στιγμή που νοιώθω έτσι, όταν τη θυμάμαι και τη διερευνώ σε κατάσταση υγείας πια, αποδεικνύεται πως έχει μιαν αρμονία φτασμένη στο ανώτατο σημείο της, είναι η ίδια η ομορφιά, αφού μου δίνει μιαν αίσθηση πληρότητας που ούτε ξανάκουσα ούτε μπορούσα ποτέ μου να φανταστώ ως τα τότε, μιαν αίσθηση πληρότητας, μέτρου, ειρήνευσης και παλλόμενης θρησκευτικής ταύτισης με την Πανουσία της ζωής;” (V) Συνέχεια

Το διάδημα του φεγγαριού στο μέτωπο της νύχτας -Οδυσσέας Ελύτης

 

ΕΠΤΑ ΝΥΧΤΕΡΙΝΑ ΕΠΤΑΣΤΙΧΑ

Ι
Όνειρα κι όνειρα ήρθανε
Στα γενέθλια των γιασεμιών
Νύχτες και νύχτες στις λευκές
Αϋπνίες των κύκνων

Η δροσιά γεννιέται μες στα φύλλα
Όπως μες στον απέραντο ουρανό
Το ξάστερο συναίσθημα.

II
Ευνοϊκές αστροφεγγιές έφεραν τη σιωπή
Και πίσω απ’ τη σιωπή μια μελωδία παρείσαχτη
Ερωμένη
Αλλοτινών ήχων γόησσα

Μένει τώρα ο ίσκιος που ατονεί
Και η ραϊσμένη εμπιστοσύνη του
Και η αθεράπευτη σκοτοδίνη του — εκεί.

III
Όλα τα κυπαρίσσια δείχνουνε μεσάνυχτα
Όλα τα δάχτυλα
Σιωπή

Έξω από τ’ ανοιχτό παράθυρο του ονείρου
Σιγά σιγά ξετυλίγεται
Η εξομολόγηση
Και σαν θωριά λοξοδρομάει προς τ’ άστρα!

ΑΝΕΜΟΣ ΤΗΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ

Σε μια παλάμη θάλασσας γεύτηκες τα πικρά χαλίκια
Δύο η ώρα το πρωί περιδιαβάζοντας τον έρημο Αύγουστο
Είδες το φως του φεγγαριού να περπατεί μαζί σου
Βήμα χαμένο. Ή αν δεν ήτανε η καρδιά στη θέση της
Ήταν η θύμηση της γης με την ωραία γυναίκα
Η ευχή που λαχτάρησε μέσ’ απ’ τους κόρφους του βασιλικού
Να τη φυσήξει ο άνεμος της Παναγίας!

Ώρα της νύχτας! Κι ο βοριάς πλημμυρισμένος δάκρυα
Μόλις ερίγησε η καρδιά στο σφίξιμο της γης
Γυμνή κάτω από τους αστερισμούς των σιωπηλών της δέντρων

Γεύτηκες τα πικρά χαλίκια στους βυθούς του ονείρου
Την ώρα που τα σύννεφα λύσανε τα πανιά
Και δίχως ήμαρτον κανέν’ από την αμαρτία χαράχτηκε
Στα πρώτα σπλάχνα του ο καιρός. Μπορείς να δεις ακόμη
Πριν απ’ την αρχική φωτιά την ομορφιά της άμμου
Όπου έπαιζες τον όρκο σου κι όπου είχες την ευχή
Εκατόφυλλη, ανοιχτή στον άνεμο της Παναγίας!

Συνέχεια

Η καρδιά μου! – Νίκος Καζαντζάκης


Μια νύχτα είδα ένα όνειρο…
Ήμουν λέει στην άκρα του γιαλού και κοίταζα. Η θάλασσα ήταν κατάμαυρη, όλο τρόμο και χοχλακούσε. Κι από πάνω της ο ουρανός , κατάμαυρος κι αυτός, βαρύς, όλο φοβέρα, κατέβαινε όλο και πιο χαμηλά, λίγο ακόμα και θ’ άγγιζε τη θάλασσα. Αγέρας δε φυσούσε, νέκρα φρικτή, πλάνταζα, δεν μπορούσα να πάρω ανάσα. Κι άξαφνα, στη στενή χαραμάδα που απόμενε λεύτερη, ανάμεσα ουρανού και θάλασσας, άστραψε ένα άσπρο κατάφωτο πανί. Ήταν μια μικρή μικρή βαρκούλα αυτόφωτη, και μέσα στην πλανταγμένη απανεμιά φούσκωνε κάργα το πανί της και προχωρούσε γοργά, βίαια, ανάμεσα στα σκοτάδια. Άπλωσα κατά πάνω της τα χέρια: «Η καρδιά μου!», φώναξα και ξύπνησα.
Βοήθεια μεγάλη στάθηκε τ’ όνειρο ετούτο στη ζωή μου…
Σε δύσκολες στιγμές, όταν όλα γύρα μου σκοτείνιαζαν κι οι πιο ακριβοί μου φίλοι και οι πιο σίγουρες ελπίδες με παρατούσαν, πόσες φορές δεν έκλεινα τα μάτια και δεν έβλεπα ανάμεσα από τα ματοτσίνουρά μου τη βαρκούλα αυτή κι η καρδιά μου έπαιρνε κουράγιο, τινάζουνταν επάνω, όρτσα και μη φοβάσαι!
μου φώναζε κι έσκιζε το σκοτάδι!
___________________________ Νίκος Καζαντζάκης
( απόσπασμα από την «αναφορά στον Γκρέκο» )

Ταξίδια μακρινά // Ο Σαμάνος και τα τρία μονοπάτια

Ο κάθε ένας από εμάς ψάχνει πάντα κάτι στο μονοπάτι του. Υπάρχουν εκείνοι που ψάχνουν τον υλικό πλούτο για να μπορέσουν να αισθανθούν σιγουριά, για να δημιουργήσουν ένα μέλλον δύναμης, εξουσίας και επιτυχίας.
Υπάρχουν εκείνοι που αναζητούν την αγάπη των άλλων, που αποτελείται από την οικογένεια , εκείνη την αγάπη που σε κάνει να αισθάνεσαι καλά με τον κόσμο, γιατί αισθάνεσαι «νορμάλ» και βλέπεις τον εαυτό σου όπως θα ήθελες να σε βλέπουν οι άλλοι.
Τέλος, υπάρχουν και εκείνοι που αναζητούν την εσωτερική γαλήνη και ειρήνη, τον πλούτο της ψυχής, την ηρεμία του νου.
Συνήθως αυτοί οι άνθρωποι μένουν μόνοι.
Τώρα θα αναρωτιέσαι πιο από τα τρία μονοπάτια ακολουθείς εσύ ή πιο από τα τρία αυτά μονοπάτια θα ήθελες να ακολουθήσεις. Συνέχεια

Στη ζωή μου οι πιο μεγάλοι μου ευεργέτες στάθηκαν τα ταξίδια και τα ονείρατα.>> ΝΙΚΟΣ ΚΑΖΑΝΤΖΑΚΗΣ- ΤΑΞΙ∆ΕΥΤΗΣ

Michalis Nikoloudis/Armenistis:Apo tin Aiolia sti Saitama

Να γυρίζεις τη γης, να βλέπεις – να βλέπεις-  και να μην χορταίνεις- καινούργια χώματα και θάλασσες κι ανθρώπους  και ιδέες, και να τα βλέπεις όλα για πρώτη φορά,  να τα βλέπεις όλα σα για τελευταία φορά, με μακρόσερτη ματιά,  κι έπειτα να σφλανάς τα βλέφαρα και να νιώθεις τα πλούτη να κατασταλάζουν μέσα σου ήσυχα, τρικυμιστά, όπως θέλουν, ωσότου  να τα περάσει  από την ψιλή κρισάρα του ο καιρός,
να κατασταλάξει το ξαθέρι απ’ όλες τις χαρές και τις πίκρες σου – τούτη η αλχημεία της καρδιάς, είναι, θαρρώ μια μεγάλη, αντάξια του ανθρώπου ηδονή.
Το κείμενο είναι απόσπασμα από τον πρόλογο του Νίκου Καζαντζάκη στο βιβλίο  «Ταξιδεύοντας στην Ισπανία».

Διαφορές ανάμεσα στον Αριστοτέλη και τον Πλάτωνα στην αντίληψή τους για τον Κόσμο, την πολιτική και τη θέση της γυναίκας στην κοινωνία.

Μελετώντας την πορεία της Φιλοσοφίας στον Ελληνικό κόσμο, συναντάμε μεγάλες προσωπικότητες που με τη σκέψη και το έργο τους χάραξαν βαθιά την Ιστορία του Πολιτισμού και επέδρασαν στη διαμόρφωσή του χιλιάδες χρόνια μετά την εποχή τους. Ανάμεσα σ’ αυτούς συγκαταλέγονται ο Πλάτωνας και ο Αριστοτέλης, δύο πραγματικοί γίγαντες της διανόησης και του πνεύματος, που συνδέθηκαν στενά μεταξύ τους, δίδαξαν μεγάλες αλήθειες, αναγνωρίστηκαν και τιμήθηκαν από τις μεταγενέστερες γενιές μέχρι και σήμερα για την προσφορά τους.

ARISTOTLE-VS-PLATO

Στα έργα τους συναντάμε πολλά κοινά σημεία στις απόψεις τους για τη ζωή, τον άνθρωπο, την ηθική, κάτι που άλλωστε είναι φυσικό εφόσον συνδέθηκαν μεταξύ τους ως Δάσκαλος και Μαθητής. Συναντάμε όμως και κάποιες διαφορές στην αντίληψή τους για τον Κόσμο, την πολιτική και τη θέση της γυναίκας στην κοινωνία. Συνέχεια

Η ΛΗΣΜΟΝΗΜΕΝΗ» ΑΠΟ ΤΗΝ «ΕΠΟΧΗ ΤΗΣ ΜΕΛΙΣΣΑΝΘΗΣ»

«Σου σπάσανε τα κόκκαλα τ’ ασθενικά παιδιά μας», αναστροφή του Σολωμικού «Απ’ τα κόκκαλα βγαλμένη των ελλήνων τα ιερά». Οι στίχοι περιλαμβάνονται στο τελευταίο τραγούδι του έργου, «Η εποχή της Μελισσάνθης» που φέρει τον τίτλο «Η λησμονημένη»

Στίχοι, Μουσική : Μάνος Χατζιδάκις

Σηκώθηκεν ο άνεμος
και σκίζει τα πανιά μας
πέφτει η βροχή και μούσκεψε
τα πιο κρυφά όνειρά μας
μα εσύ μικρή τρελή και παραπονεμένη
το `λεγες πως θα γίνουσαν
μικρή λησμονημένη;

Σε πάτησαν τα πόδια μας
σε μάτωσεν η βιά μας
σου σπάσανε τα κόκαλα
τ’ ασθενικά παιδιά μας
κι όταν ξερή κι αναίσθητη σε πέταξαν στο χώμα
ποιος τάχα σε θυμήθηκε
έτσι θλιμμένη
μικρή λησμονημένη;

 

 

 

Η ηχογράφηση είναι από την εποχή της Ν. Υόρκης, προφανώς με τον Χατζιδάκι στο πιάνο, και τη Φλέρυ να ψάλλει συγκλονιστικά την Ελλάδα που τής σπάσανε τα κόκκαλα τ’ ασθενικά παιδιά… Το ενδιαφέρον είναι ότι στην ιδιωτική αυτή ηχογράφηση υπάρχει και μια χορωδία! Το πώς προέκυψε και ποιοί την αποτελούσαν παραμένει ακόμα αναπάντητο. 

 

 

«Η εποχή της Μελισσάνθης» είναι το κατ’ εξοχήν αυτοβιογραφικό έργο του Μάνου Χατζιδάκι, το οποίο ο ίδιος θεωρούσε πολύ σημαντικό γι’ αυτόν.

Θέμα του η απελευθέρωση από τη Γερμανική Κατοχή, για την οποία γράφει ο συνθέτης στο τέλος του σημειώματος του για το έργο:  Συνέχεια