Κι ένα τέταρτο μητέρας αρκεί για δέκα ζωές . . .

Η αγάπη της μάνας, απέραντη, ανιδιοτελής, ακούραστη, αγνή, μεγαλόψυχη, ταξιδεύει και μοσχοβολά μέσα στους αιώνες, χωρίς να γνωρίζει χρόνο, τόπο, ηλικία, χωρίς να την επηρεάζουν οι συνθήκες, οι περιστάσεις οι εποχές.

Πάντα ίδια, πάντα αληθινή, γιατί μάνα είναι η ευθύνη που αγρυπνά, η φτερούγα που προστατεύει, η δύναμη που απαρνιέται τον εαυτό της, που ξέρει να συγχωρεί, να δίνει, να υπάρχει παντού και πάντα. Μια παρουσία με κυριαρχικό ρόλο στη ζωή μας, που υπάρχει μέσα μας, ακόμα κι αν έχει φύγει, σαν εικόνα τρυφερή, σαν μυρωδιά, σαν χαμόγελο, σαν χάδι, μια καθοριστική ευεργετική παρουσία! Γιατί μάνα είναι ν’ αγαπάς, αυτό μόνο, χωρίς όρια, χωρίς ανταπόδοση!

Ἀλέξανδρος Παπαδιαμάντης «Στὴν Μητέρα του»

(1874, Λυρικὸ ποίημα ἀφιερωμένο στὴ μάνα του )

Γεωργίου Βερίτη «Μάνα γλυκυτάτη»
(΄Απαντα ΠΟΙΗΜΑΤΑ, Εκδόσεις ΔΑΜΑΣΚΟΣ, Αθήναι, 1968)
“Μάννα μου, ἐγώ ᾽ μαι τ᾽  ἄμοιρο, τὸ σκοτεινὸ τρυγόνι ὁποὺ τὸ δέρνει ὁ ἄνεμος, βροχὴ ποὺ τὸ πληγώνει.

Τὸ δόλιο! ὅπου κι ἂν στραφεῖ κι ἀπ᾽  ὅπου κι ἂν περάσει, δὲ βρίσκει πέτρα νὰ σταθεῖ κλωνάρι νὰ πλαγιάσει.

Ἐγὼ βαρκούλα μοναχή, βαρκούλ᾽ ἀποδαρμένημέσα σὲ πέλαγο ἀνοιχτό, σὲ θάλασσ᾽  ἀφρισμένη, παλαίβω μὲ τὰ κύματα χωρὶς πανί, τιμόνι κι ἄλλη δὲν ἔχω ἄγκουρα πλὴν τὴν εὐχή σου μόνη.

Στὴν ἀγκαλιά σου τὴ γλυκειά, μανούλα μου, ν᾽  ἀράξω μὲς στὸ βαθὺ τὸ πέλαγο αὐτὸ πριχοῦ βουλιάξω.

Μανούλα μου, ἤθελα νὰ πάω, νὰ φύγω, νὰ μισέψω τοῦ ριζικοῦ μου ἀπὸ μακρυὰ τὴ θύρα ν᾽  ἀγναντέψω.

Στὸ θλιβερὸ βασίλειο τῆς Μοίρας νὰ πατήσω κι ἐκεῖ νὰ βρῶ τὴ μοίρα μου καὶ νὰ τὴν ἐρωτήσω.

Νὰ τῆς εἰπῶ: εἶναι πολλά, σκληρὰ τὰ βασανά μου ὡσὰν τὸ δίχτυ ποὺ σφαλνᾶ θάλασσα, φύκια κι ἄμμο εἶναι κι ἡ τύχη μου σκληρή, σὰν τὴv ψυχὴ τὴ µαύρη π᾽ ἀρνήθηκε τὴν Παναγιὰ κι ὁ πόλεος δὲν θά ᾽βρει.

Κι ἐκείνη μ᾽  ἀποκρίθηκε κι ἐκείνη ἀπελογήθη: Ἦτον ἀνήλιαστη, ἄτυχε, ἡ μέρα ποὺ  γεννήθης ἄλλοι ἐπῆραν τὸν ἀνθὸ καὶ σὺ τὴ ρίζα πῆρες ὄντας σὲ ἒπλασ᾽ ὁ Θεὸς δὲν εἶχε ἄλλες μοῖρες”.

 

 

Θέ μου, να κάμω σε Σένα θερμή προσευχή! Θέ μου, η αγάπη Σου ας είν΄ πιο βαθιά, πιο γλυκιά για τη Μάνα!

Μέσα της κάμε ν΄ απλώνεται πάντα η δική Σου γαλήνη, και στις πληγές της καρδιάς της η χάρη Σου βάλσαμο ας γίνη.

Μάνα γλυκύτατη, Μάνα ουρανόσταλτη, ατίμητη Μάνα! δε σε θαμπώνουν απάτες εσένα κι΄ονείρατα πλάνα.

Πάνω στο χρέος ακοίμητη εσύ, νύχτα – μέρα σκυμμένη, τ΄άπειρο ακούς μέσ΄τα χάη μια – μια τις στιγμές να σημαίνη.

Τόσο η ψυχή σου είν΄απλή, που μιλά με τ΄αμίλητα πλάσματα, κι ούτε γελιέσαι ποτέ μ΄όσα φτιάνει το ψέμα φαντάσματα. Μάνα, η στοργή σου μεγάλη κι΄απέραντη όσο η πλάση!

Ποιός θα μπορέση ως βαθιά την καρδιά σου ποτέ να διαβάση; Μάνα, η στοργή σου πασίχαρη σαν τις αχτίδες του ήλιου, μέσ΄στη χαρά του χρυσού προσκαλεί μαγικού σου βασίλειου.

Πώς με βελούδινα δάχτυλ΄αγγίζεις τους πόνους μας και τους γλυκαίνεις Μάνα γλυκύτατη, όλα τα βάσανα συ τ΄απαλαίνεις!

Πάνω απ΄το λίκνο μας σκύβοντας, άγγελε – ώ τη χαρά σου! τα μεταξένια σου απλώνεις φτερά, τα μεγάλα φτερά σου. ΄Ω το γλυκό, τρυφερό σου, μανούλα, κι΄ολόθερμο φίλημα, στου βρεφικού μας ονείρου τ΄αθώο κι΄απλό παραμίλημα!

΄Ω, πώς πονάς όταν βλέπεις εμάς στο κρεββάτι του πόνου, και στους δικούς μας κινδύνους, καλή, πόσα φίδια σε ζώνουν! Πόσες φορές σου τρυπάμε, φτωχή, την καρδιά με μαχαίρι, και πόσες άλλες σηκώσαμε απάνω σου βέβηλο χέρι! Πόσες φορές σ΄ανεβάσαμε απάνω σε ξύλον οδύνης,

δίχως εσύ και μια λέξη πικρή παραπόνου ν΄αφήνης! Κ΄ώ, πόσες άλλες φορές στου φρικτού Γολγοθά μας τα σκότη μόνη σου κλαις, σ΄ένα θρήνο βουβό, τη χαμένη μας νιότη!

΄Ολα μας ταμαθες, Μάνα γλυκύτατη, ατίμητη Μάνα, και με της Πίστης μας τ΄άγιο μας έθρεψες κ΄άφθαρτο μάννα. ΄Ενα κομμάτι χτυσάφι μας έκρυψες μέσα βαθιά μας, να μπουμπουκιάσουν οι ανθοί λαχταράς του καλού στην καρδιά μας.

Μάνα! πού βρήκες την τόση στοργή, την αγάπη την τόση; Μέσ΄στην ψυχή σου απ΄το χέρι του Πλάστη μας έχει φυτρώσει! Μάνα, που πήρες απ΄ όλα τα πλάσματ΄ ανώτερο  θρόνο, άφθαρτη μένει κι΄ ανέγγιχτ’ η δόξα σου μέσα στο χρόνο.

Μεσ΄στην αγκάλη σου, ώ θαύμα! κρατάς το Θεό μας, Μητέρα, κι΄ είσαι απ΄τη γη κι΄απ΄τους κόσμους των άστρων, εσύ, ΠΛΑΤΥΤΕΡΑ!!!

Συνέχεια