Σύμβολο Πίστεως, του Τάσου Λειβαδίτη

(O Tάσος Λειβαδίτης γεννήθηκε στις 20 Aπριλίου του 1922. Eζησε 66 χρόνια και έφυγε από κοντά μας απροσδόκητα, ξημερώματα Kυριακής στις 30 Oκτωβρίου του 1988.Tο 1952 – εκδίδει τα πρώτα του βιβλία «Mάχη στην άκρη της νύχτας» και «Aυτό το αστέρι είναι για όλους μας» και το 1953 δημοσιεύει το «Φυσάει στα σταυροδρόμια του κόσμου», για το οποίο του απονέμεται το πρώτο βραβείο Ποίησης στο Παγκόσμιο Φεστιβάλ Nεολαίας στη Bαρσοβία.
Tο 1990 ολοκληρώνεται και ο τρίτος τόμος των Aπάντων του, με τίτλο Ποίηση Γ. Tην ίδια χρονιά εκδίδεται το έργο που άφησε στο συρτάρι του πριν πεθάνει, «Tα χειρόγραφα του Φθινοπώρου».
Mουσική:Στέφανος Κορκολής,»Grave»(απ’το album,»ΗΛΙΟΣ ΘΑΝΑΤΟΣ»))

Σύμβολο πίστεως, Τάσος Λειβαδίτης

Πιστεύω σε κείνον που χτίζει, κι αγεροκρέμεται μες στον ουρανό, σαν Θεός και κατευνάζει το χάος,

πιστεύω σε κείνον που θερίζει και το δρεπάνι το κυματίζει ολόφωτο σαν τα λαγόνια της αγαπημένης μου,

πιστεύω σε κείνον που αγαπάει, όπως πιστεύω και σε κείνον που μισεί,

πιστεύω σε κείνον που αμαρτάνει και ζητάει με δάκρυα να τον συγχωρέσουν

πιστεύω και σε κείνον που αμαρτάνει και συγχωράει μοναχός τον εαυτό του και προχωράει,

πιστεύω στη μέρα που σου δίνει τα πράγματα μες στο φως

πιστεύω και στη νύχτα που σου ξαναδίνει τα πράγματα μες στην καρδιά σου,

πιστεύω στο αλάτι και στο κάρβουνο, στις μέλισσες με τα παιδιά Συνέχεια

Advertisements

Η καρδιά πονάει όταν ψηλώνει… (Η ποίηση φέρνει την ομορφιά…)

[Νατάσσα Μποφίλιου – Η καρδιά πονάει όταν ψηλώνει – Στίχοι: Ευαγγελάτος Γεράσιμος Μουσική: Καραμουρατίδης Θέμης]μ

Κάθε ομορφιά είναι αιωνιότητα. Ό,τι βλέπω, ό,τι ακούω, ό,τι αγγίζω, χώμα, αέρας, φως, είναι μέρος της αιωνιότητας. Αιωνιότητα δεν είναι ό,τι αντέχει στο χρόνο – γιατί τότε θα’χαν τα πρωτεία οι πολυκατοικίες και οι ουρανοξύστες – αλλά ό,τι σφραγίζει μια στιγμή ανεπανάληπτα…
Λιλή Ζωγράφου

TΑ ΠΑΙΔΙΚΑ ΜΟΥ ΧΡΟΝΙΑ

TΑ ΠΑΙΔΙΚΑ ΜΟΥ ΧΡΟΝΙΑ είναι γεμάτα καλαμιές.
Ξόδεψα πολύν άνεμο για να μεγαλώσω.
Μόνον έτσι όμως έμαθα να ξεχωρίζω τους πιο ανεπαίσθητους συριγμούς,
να ακριβολογώ μες τα μυστήρια.
Μια γλώσσα όπως η ελληνική όπου
άλλο πράγμα είναι η αγάπη και άλλο πράγμα ο έρωτας,
άλλο η επιθυμία και άλλο η λαχτάρα,
άλλο η πίκρα και άλλο το μαράζι,
άλλο τα σπλάχνα και άλλο τα σωθικά.
Με καθαρούς τόνους, θέλω να πω,
που – αλίμονο- τους αντιλαμβάνονται ολοένα λιγότερο
αυτοί που ολοένα περισσότερο
απομακρύνονται από το νόημα ενός ουράνιου σώματος
που το φως του είναι ο αφομοιωμένος μας μόχθος,
έτσι καθώς δεν παύει να επαναστερέφεται κάθε μέρα όλος θάμβος για να μας ανταμείψει.
Θέλουμε – δε θέλουμε,
αποτελούμε το υλικό μαζί και το όργανο μιας αέναης ανταλλαγής
ανάμεσα σ΄αυτό που μας συντηρεί και
σ΄αυτό που του δίνουμε για να μας συντηρεί:
το μαύρο, που δίνουμε, για να μας αποδοθεί λευκό,
το θνησιμαίο, αείζωο.

Και χρωστάμε στη διάρκεια μιας λάμψης την πιθανή ευτυχία μας

Οδυσσέας Ελύτης

» Λυκόφως » – Τάσος Λειβαδίτης

Τάσος Λειβαδίτης – Διαβάζει: Η Καριοφυλλιά Καραμπέτη- Λυκόφως

Κάποτε θα σου διηγηθούν όλες τις λεπτομέρειες της ζωή σου
αλλά εσύ δεν θα τις γνωρίζεις
κι άλλοτε σε μια πάροδο η σ ένα καφενείο βλέπεις πρόσωπα για πρώτη φορά
κι όμως νιώθεις ότι έζησες πολύ καιρό μαζί τους
σε πια άλλη ζωή τάχα;
η στη μοναξιά του φθινοπώρου
η μες το όνειρο για ένα κόσμο ωραιότερο
μην παραξενευόσαστε λοιπόν που έμεινα τόσο νέος
εγώ δεν είχα ιστορία
όπως και τα πιο ωραία λόγια που τα βρίσκουμε όταν είναι πλέον αργά
κι αυτές οι πορφυρές ανταύγειες του δειλινού στο βάθος
σαν τις πυρκαγιές σε μια παλιά χαμένη εξέγερση
τι έγινε; κανείς δεν επέζησε να μαρτυρήσει
δίκαιη η ώρα του λυκόφωτος όταν πλανιόμαστε σε προκυμαίες η ουρανούς
ώρα που σταματάμε άξαφνα στη σκάλα και κοιτάζουμε το αινιγματικό παρελθόν
ενώ από κάπου ακούγετε μια μελωδία παιδική
ξεχασμένοι σαν ένας άγγελος που έχασε τον δρόμο του
ζούμε σ ένα ανεξιχνίαστο όνειρο απ όπου δεν θα βγούμε παρά για ν αγκαλιάσουμε σαν μόνη εξήγηση τη σιωπή…..

Μουσική Μάνος Χατζιδάκις – Προσωπογραφία της μητέρας μου

«Η μέθοδος του «Άρα»» – Οδυσσέα Ελύτη (απόσπασμα)

ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ Ναοί στο σχήμα τ’ τουρανού Μίκης Θεοδωράκης – Οδυσσέας Ελύτης // Ορχηστρικό //

Επειδή -να το πούμε κι αυτό- ελευθερία δεν είναι να κινείσαι ανεμπόδιστα στο πεδίο που σου έχει δοθεί. Να διευρύνεις αυτό το πεδίο, και δη κατά τη διάσταση της αναλογίας των αισθήσεων, αυτό είναι. —

Μπαίνοντας ο εικοστός αιώνας στο τελευταίο του τέταρτο, αισθάνομαι άστεγος και περιττός. Όλα είναι κατειλημμένα — ως και τ’ άστρα. Οι άνθρωποι έχουν απαλλαγεί από κάθε παιδεία, όπως στην εποχή του Τσέγκις Χαν, και δεν ερωτεύονται ούτε κατ’ ιδέαν. Πρωθυπουργοί συναλλάσσονται με προσωπιδοφόρους, ποικίλες ομάδες καταλαμβάνουν αεροπλάνα και συλλαμβάνουν ομήρους, ενώ οι κολλεγιόπαιδες λύνουν εκπληκτικές εξισώσεις με μιαν ευκολία που είναι ν’ απορείς: συν, πλην, διά, επί — άρα. Το μυστικό στη ζωή αυτή, φαίνεται, δεν είναι αν είσαι δούλος ή όχι· καθόλου. Είναι να οδηγείσαι με συνέπεια σε κάποιο «άρα» και να ‘χεις έτοιμη την απάντηση. Πολύ ωραία. Μπροστά όμως σε μια φράση ποιητική, για ποιο λόγο αυτό το «άρα» στομώνει; Συνέχεια

» Βρες χρόνο » ~ Γιάννης Ρίτσος~

Γιάννης Ρίτσος~Βρες χρόνο//Μουσική:»Poczatek»,Composer:Piotr Rubik//

Βρες χρόνο για δουλειά –
αυτό είναι το τίμημα της επιτυχίας.
Βρες χρόνο για σκέψη –
αυτό είναι η πηγή της δύναμης.
Βρες χρόνο για παιχνίδι –
αυτό είναι το μυστικό της αιώνιας νιότης.
Βρες χρόνο για διάβασμα –
αυτό είναι το θεμέλιο της γνώσης.
Βρες χρόνο να είσαι φιλικός –
αυτό είναι ο δρόμος προς την ευτυχία.
Βρες χρόνο για όνειρα –
αυτά θα τραβήξουν το όχημά σου ως τ’ αστέρια.
Βρες χρόνο ν’ αγαπάς και ν’ αγαπιέσαι –
αυτό είναι το προνόμιο των Θεών.
Βρες χρόνο να κοιτάς ολόγυρα σου –
είναι πολύ σύντομη η μέρα για να ‘σαι εγωιστής.
Βρες χρόνο να γελάς –
αυτό είναι η μουσική της ψυχής.
Βρες χρόνο να είσαι παιδί –
για να νοιώθεις αυθεντικά ανθρώπινος.
Τ όνειρο του παιδιού είναι η Ειρήνη.
Τ’ όνειρο της μάνας είναι η Ειρήνη.
τα λόγια της αγάπης κάτω από τα δέντρα είναι η Ειρήνη….
Ειρήνη είναι ένα ποτήρι ζεστό γάλα
κι ένα βιβλίο μπροστά στο παιδί που ξυπνάει.

ΝΟΣΤΑΛΓΙΚΟ σε 5/8 – Ελένη Καραϊνδρου // στίχοι του Γιώργου Σεφέρη

Eλένη Kαραϊνδρου ~ Νοσταλγικό σε 5/8

Ο τόπος μας είναι κλειστός, όλο βουνά
που έχουν σκεπή το χαμηλό ουρανό μέρα και νύχτα.
Δεν έχουμε ποτάμια δεν έχουμε πηγάδια δεν έχουμε πηγές,
μονάχα λίγες στέρνες, άδειες κι αυτές, που ηχούν και που τις προσκυνούμε.Ήχος στεκάμενος κούφιος, ίδιος με τη μοναξιά μας
ίδιος με την αγάπη μας, ίδιος με τα σώματά μας.
Μας φαίνεται παράξενο που κάποτε μπορέσαμε να χτίσουμε
τα σπίτια τα καλύβια και τις στάνες μας.

Κι οι γάμοι μας, τα δροσερά στεφάνια και τα δάχτυλα
γίνουνται αινίγματα ανεξήγητα για την ψυχή μας.
Πώς γεννηθήκαν πώς δυναμώσανε τα παιδιά μας;

Ο τόπος μας είναι κλειστός. Τον κλείνουν οι δυο μαύρες Συμπληγάδες. Στα λιμάνια την Κυριακή σαν κατεβούμε ν’ ανασάνουμε βλέπουμε να φωτίζονται στο ηλιόγερμα σπασμένα ξύλα από ταξίδια που δεν τέλειωσαν
σώματα που δεν ξέρουν πια πώς ν’ αγαπήσουν.

Γιώργος Σεφέρης
από τη συγκεντρωτική έκδοση Ποιήματα, 1967

Τ’ άσπρο χαρτί σκληρός καθρέφτης
επιστρέφει μόνο εκείνο που ήσουν.
Τ΄άσπρο χαρτί μιλά με τη φωνή σου,
τη δική σου φωνή
όχι εκείνη που σ’ αρέσει.
μουσική σου είναι η ζωή αυτή που σπατάλησες.Μπορεί να την ξανακερδίσεις αν το θέλεις
αν καρφωθείς σε τούτο τ’ αδιάφορο πράγμα
που σε ρίχνει πίσω εκεί που ξεκίνησες.

Ταξίδεψες, είδες πολλά φεγγάρια πολλούς ήλιους
άγγιξες νεκρούς και ζωντανούς
ένιωσες τον πόνο του παλικαριού
και το βογκητό της γυναίκας
την πίκρα του άγουρου παιδιού –
ό,τι ένιωσες σωριάζεται ανυπόστατο
αν δεν εμπιστευτείς τούτο το κενό.

Ίσως να βρεις εκεί ό,τι νόμισες χαμένο.
τη βλάστηση της νιότης, το δίκαιο καταποντισμό
της ηλικίας.

Ζωή σου είναι ό,τι έδωσες
τούτο το κενό είναι ό,τι έδωσες
το άσπρο χαρτί.

Γιώργος Σεφέρης
από την ανθολογία του Καστανιώτη
Ποίηση για την ποίηση, 2006

«Το Μονόγραμμα» – Οδυσσέας Ελύτης

Οδυσσέας Ελύτης «Το Μονόγραμμα» Διαβάζει η Καρυοφυλλιά Καραμπέτη (Music Clint Mansell / Kronos Quartet – The Fountain)

Το Μονόγραμμα έγραψε ο  Οδυσσέας Ελύτης κατά τη διαμονή του στο Παρίσι (1969-1971). Το ποίημα δημοσιεύτηκε πρώτη φορά την Άνοιξη του 1971 στις Βρυξέλλες σε χειρόγραφη μορφή. Στην Ελλάδα τυπώθηκε το φθινόπωρο του 1972.

Θά πενθώ πάντα μ’ ακούς; γιά σένα,
μόνος, στόν Παράδεισο

Θά γυρίσει αλλού τίς χαρακιές
Τής παλάμης, η Μοίρα, σάν κλειδούχος
Μια στιγμή θά συγκατατεθεί ο Καιρός

Πώς αλλιώς, αφού αγαπιούνται οι άνθρωποι

Θά παραστήσει ο ουρανός τα σωθικά μας
Καί θά χτυπήσει τόν κόσμο η αθωότητα
Μέ το δριμύ του μαύρου του θανάτου. Συνέχεια

"Η Πόλις" & "Απολείπειν ο Θεός Αντώνιον" – Κωνσταντίνος Καβάφης

Η Καρυοφυλλιά Καραμπέτη διαβάζει Κ.Π.Καβάφη

Η Πόλις

Απολείπειν ο Θεός Αντώνιον

Είπες· «Θα πάγω σ’ άλλη γή, θα πάγω σ’ άλλη θάλασσα,
Μια πόλις άλλη θα βρεθεί καλλίτερη από αυτή.
Κάθε προσπάθεια μου μια καταδίκη είναι γραφτή·
κ’ είν’ η καρδιά μου — σαν νεκρός — θαμένη.
Ο νους μου ως πότε μες στον μαρασμό αυτόν θα μένει.
Οπου το μάτι μου γυρίσω, όπου κι αν δω
ερείπια μαύρα της ζωής μου βλέπω εδώ,
που τόσα χρόνια πέρασα και ρήμαξα και χάλασα».
Καινούριους τόπους δεν θα βρεις, δεν θάβρεις άλλες θάλασσες.
Η πόλις θα σε ακολουθεί. Στους δρόμους θα γυρνάς
τους ίδιους. Και στες γειτονιές τες ίδιες θα γερνάς·
και μες στα ίδια σπίτια αυτά θ’ ασπρίζεις.
Πάντα στην πόλι αυτή θα φθάνεις. Για τα αλλού — μη ελπίζεις —
δεν έχει πλοίο για σε, δεν έχει οδό.
Ετσι που τη ζωή σου ρήμαξες εδώ
στην κώχη τούτη την μικρή, σ’ όλην την γή την χάλασες.
Σαν έξαφνα, ώρα μεσάνυχτ’, ακουσθεί
αόρατος θίασος να περνά
με μουσικές εξαίσιες, με φωνές –
την τύχη σου που ενδίδει πια, τα έργα σου
που απέτυχαν, τα σχέδια της ζωής σου
που βγήκαν όλα πλάνες, μη ανοφέλετα θρηνήσεις.
Σαν έτοιμος από καιρό, σα θαρραλέος,
αποχαιρέτα την, την Αλεξάνδρεια που φεύγει.
Προ πάντων να μη γελασθείς, μην πείς πως ήταν
ένα όνειρο, πως απατήθηκεν η ακοή σου
μάταιες ελπίδες τέτοιες μην καταδεχθείς.
Σαν έτοιμος από καιρό, σα θαρραλέος,
σαν που ταιριάζει σε που αξιώθηκες μια τέτοια πόλι,
πλησίασε σταθερά πρός το παράθυρο,
κι άκουσε με συγκίνησιν, αλλ’ όχι
με των δειλών τα παρακάλια και παράπονα,
ως τελευταία απόλαυσι τους ήχους,
τα εξαίσια όργανα του μυστικού θιάσου,
κι αποχαιρέτα την, την Αλεξάνδρεια που χάνεις.

«Περιμένοντας τους βαρβάρους » — Κ. Π. ΚΑΒΑΦΗΣ — Waiting for the Barbarians – K. P. KAVAFIS

Tο ποίημα του Κ. Καβάφη «Περιμένοντας τους βαρβάρους «. Μουσική «Το λιβάδι που διακρύζει» Ελένη Καραϊνδρου

Τι περιμένουμε στην αγορά συναθροισμένοι;
Είναι οι βάρβαροι να φθάσουν σήμερα.
Γιατί μέσα στην Σύγκλητο μια τέτοια απραξία;
Τι κάθοντ’ οι Συγκλητικοί και δεν νομοθετούνε;Γιατί οι βάρβαροι θα φθάσουν σήμερα.
Τι νόμους πια θα κάμουν οι Συγκλητικοί;
Οι βάρβαροι σαν έλθουν θα νομοθετήσουν.
Γιατί ο αυτοκράτωρ μας τόσο πρωί σηκώθη,
και κάθεται στης πόλεως την πιο μεγάλη πύλη
στον θρόνο επάνω, επίσημος, φορώντας την κορώνα;

Γιατί οι βάρβαροι θα φθάσουν σήμερα.
Κι ο αυτοκράτωρ περιμένει να δεχθεί
τον αρχηγό τους. Μάλιστα ετοίμασε
για να τον δώσει μια περγαμηνή. Εκεί
τον έγραψε τίτλους πολλούς κι ονόματα.

Why are we all waiting in the forum?’
‘It’s said the savage hordes will come today
thundering wildly into the city on their diminutive fiery ponies looting and raping girls, boys and women. Why don’t the senate act? Why sit dumbly in the silent House awaiting the inevitable?Because the barbarian horsemen are coming. What is there for our useless senate to do?When the vandals arrive they’ll take everything over everything that’s left after the looting.
Why did the emperor rise so early put on his crown and sit on his gilded throne inside the city gate? The Destroyers will soon be here.
The emperor wishes to receive them courteously
with an elaborate parchment to hand their warlord
granting him the most grandiloquent titles.

Συνέχεια

“Τσάμικος” — Μάνος Χατζιδάκις – Νίκος Γκάτσος (‘Tsamikos’ written by Hadjidakis – Gatsos)

Μουσική: Μάνος Χατζιδάκις – Ποίηση: Νίκος Γκάτσος – Τραγούδι: Μανώλης Μητσιάς [Manolis Mitsias sings’Tsamikos’ written by Hadjidakis – Gatsos]

Στα κακοτράχαλα τα βουνά
με το σουράβλι και το ζουρνά
πάνω στην πέτρα την αγιασμένη
χορεύουν τώρα τρεις αντρειωμένοι.
Ο Νικηφόρος κι ο Διγενής
κι ο γιος της Άννας της Κομνηνής.
Δική τους είναι μια φλούδα γης
μα εσύ Χριστέ μου τους ευλογείς
για να γλυτώσουν αυτή τη φλούδα
απ’ το τσακάλι και την αρκούδα.
Δες πώς χορεύει ο Νικηταράς
κι αηδόνι γίνεται ο ταμπουράς.
Από την Ήπειρο στο Μοριά
κι απ’ το σκοτάδι στη λευτεριά
το πανηγύρι κρατάει χρόνια
στα μαρμαρένια του χάρου αλώνια.
Κριτής κι αφέντης είν’ ο Θεός
και δραγουμάνος του ο λαός.
In the unreachable mountains
with the flute and the clarinet
on top of the holy rock
now dance three brave men
Nikephoros and Digenes
and the son of Anna Komnene
Theirs is a piece of land
but you, Christ, bless them
so that they may save that piece of land from the jackal and the bear
See how Nikitaras- dances
and the tambura becomes a swallow
From Epirus to Morea–
and from the darkness to freedom
the feast lasts for years
on Death’s marble floors
God is the master and judge
And the people his interpreters.

Ακολουθούν λίγα λόγια για τον Νίκο Γκάτσο.

Ο Νίκος Γκάτσος γεννήθηκε στην Ασέα Αρκαδίας από τους αγρότες Γεώργιο Γκάτσο και Βασιλική Βασιλοπούλου. Σε ηλικία πέντε ετών έμεινε ορφανός από πατέρα, ο οποίος, από τους πρώτους μετανάστες στην Αμερική, πέθανε στο πλοίο και τον πέταξαν στον Ατλαντικό.

Τέλειωσε το Δημοτικό στην Ασέα και το Γυμνάσιο στην κοντινή Τρίπολη, όπου γνώρισε τα λογοτεχνικά βιβλία, τις μεθόδους αυτοδιδασκαλίας ξένων γλωσσών, το θέατρο και τον κινηματογράφο. Έτσι, όταν το 1930 μετέβη στην Αθήνα για να εγγραφεί στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών (διέκοψε μετά το δεύτερο έτος), ήξερε αρκετά καλά Αγγλικά και Γαλλικά, είχε μελετήσει τον Παλαμά, τον Σολωμό και το δημοτικό τραγούδι και παρακολουθούσε τις νεωτεριστικές τάσεις στην ποίηση της Ευρώπης. Συνέχεια